Τα τελευταία χρόνια οι Κύπριοι ποδοσφαιριστές, δίχως υπερβολή, νιώθουν σαν... ξένοι στο ίδιο το πρωτάθλημα της πατρίδας τους!
Οι σύλλογοι της Μεγαλονήσου δείχνουν σαφή προτίμηση σε ξένους και κοινοτικούς, τους οποίους, σημειωτέον, αγοράζουν και χρησιμοποιούν μαζικά, και στηρίζονται πολύ λιγότερο στους ντόπιους. Αυτή η στρατηγική, όμως, οδήγησε σταδιακά στην, οπωσδήποτε ανησυχητική, μείωση αφ’ ενός του ίδιου του αριθμού των Κυπρίων παικτών στις ομάδες και συνολικά στη λίγκα και αφ’ ετέρου του χρόνου συμμετοχής των τελευταίων στους αγώνες.
Η περυσινή σεζόν, δυστυχώς, δεν αποτέλεσε εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα, όπως φάνηκε ξεκάθαρα σε έρευνα που εκπόνησε ο βοηθός τεχνικός διευθυντής της Κυπριακής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, Σάββας Κωνσταντίνου. Στο πρωτάθλημα της περασμένης περιόδου έλαβαν μέρος συνολικά 365 παίκτες, εκ των οποίων οι 228 (το 62,47%) ήταν κοινοτικοί ή ξένοι και μόλις οι 137 (το 37,53%) ήταν Κύπριοι! Επίσης, οι γηγενείς ποδοσφαιριστές πήραν το 22,21% του χρόνου συμμετοχής, ενώ οι ξένοι/κοινοτικοί το 77,79%. Εξάλλου, σε λεπτά συμμετοχής, οι ξένοι/κοινοτικοί αγωνίστηκαν 295.721 λεπτά και οι Κύπριοι 84.439 λεπτά!...

Γιατί, λοιπόν, συμβαίνει αυτό; Γιατί οι κυπριακοί σύλλογοι προτιμούν πολύ περισσότερο τους ξένους και δεν εμπιστεύονται τους ντόπιους; Το balleto.gr, για να απαντήσει στο κρίσιμο αυτό ερώτημα, απευθύνθηκε σε έναν Κύπριο άνθρωπο του φούτμπολ, ο οποίος ζει και δραστηριοποιείται πολλά χρόνια στην Ελλάδα, τον παλαίμαχο ποδοσφαιριστή και νυν προπονητή, Ανδρέα Παντζιαρά.
«Το κυπριακό ποδόσφαιρο, πλέον, αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα (βαδίζει στα... χνάρια του ελληνικού!). Οι σύλλογοι, λοιπόν, προσπαθούν να ζήσουν μέσω των πωλήσεων κάποιων ποδοσφαιριστών, ξέροντας ότι το πρωτάθλημά τους το παρακολουθούν πια όχι μόνο ελληνικές ομάδες αλλά και κλαμπ από προηγμένα πρωταθλήματα, μετά και τις επιτυχίες των ΑΠΟΕΛ, Ανόρθωσης και Απόλλωνα Λεμεσού στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια.
Όμως, επειδή είναι πολύ δύσκολο να πουλήσουν Κύπριους παίκτες, από τη στιγμή που και η ίδια η Εθνική δεν έχει τις πολύ μεγάλες επιτυχίες, “ποντάρουν” περισσότερο σε ξένους νεαρούς σε ηλικία (20-23 ετών) και στη μεταπωλητική αξία που μπορεί να έχουν – θέλουν, επί της ουσίας, να “βγάλουν λαβράκια”. Πρόκειται, λοιπόν, για θέμα μάρκετινγκ, για εμένα, και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, το πράγμα... έχει ξεφύγει στην Κύπρο με τους ξένους!», μας λέει, αρχικά, ο 38χρονος τεχνικός.
Και προσθέτει: «Οι ομάδες της Κύπρου δίνουν μεγαλύτερη βάση στην αγορά της Πορτογαλίας και σε εκείνη της Αφρικής. Επίσης, ενίοτε επιλέγουν και παίκτες από τη Β’ ή τη Γ’ κατηγορία χωρών της Λατινικής Αμερικής και προσπαθούν μετά να τους προωθήσουν στην αγορά ελπίζοντας να έχουν καλή μεταπωλητική αξία».
Κατόπιν ζητήσαμε από τον κ. Παντζιαρά να καταθέσει την άποψή του για την ποιότητα της δουλειάς που γίνεται στα τμήματα υποδομής των κυπριακών ομάδων. Μήπως είναι δυνατόν να έλθει από εκεί η λύση στο πρόβλημα;
Απαντά ο ίδιος: «Νομίζω ότι στους περισσότερους συλλόγους, και ειδικά σε αυτούς που πρωταγωνιστούν (ΑΠΟΕΛ, ΑΕΛ, Ανόρθωση, Απόλλων Λεμεσού, κλπ), γίνεται αρκετά καλή δουλειά στις ακαδημίες και προσπάθεια να “βγουν” παίκτες. Δεν πρεπει να ξεχνάμε, επίσης, ότι η Κύπρος, αν μη τι άλλο, προσπαθεί και δουλεύει στα αγγλικά πρότυπα.
Υπάρχουν, ωστόσο, δύο λόγοι για τους οποίους δύσκολα αξιοποιούνται τα ταλέντα. Πρώτον, όταν οι νεαροί γίνονται 17-18 ετών, επιβάλλεται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία (σ.σ. 16 μήνες) βάσει της κυπριακής νομοθεσίας που είναι ισχυρότατη. Είναι βέβαιο, λοιπόν, ότι κάποια παιδιά κάνουν βήματα προς τα πίσω έτσι. Όταν είσαι 18 ετών και έχεις δουλέψει επαγγελματικά πάρα πολλές ώρες για να φτάσεις σε ένα υψηλό σημείο και έπειτα, για 16 ολόκληρους μήνες, στην ουσία δουλεύεις ερασιτεχνικά, σίγουρα κάνεις βήματα προς τα πίσω. Ο δεύτερος λόγος είναι, γενικά, η ξενομανία που έχουμε και εδώ στην Ελλάδα».
Ποια λύση, λοιπόν, θα πρότεινε ο ίδιος ο κ. Παντζιαράς, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα; «Νομίζω πως θα μπορούσε να παρθεί, για παράδειγμα, το εξής μέτρο: να επιβληθεί στις ομάδες να έχουν στη 18άδα τους τουλάχιστον 12 ημεδαπούς ποδοσφαιριστές (άρα στην 26άδα θα πρέπει να είναι 17 ή 18 οι ντόπιοι). Αυτό αυτομάτως θα σήμαινε ότι το ποσοστό των Κυπρίων παικτών θα ανέβαινε στο 65-70% και έτσι ο ξένος που θα ερχόταν στην ομάδα θα έπρεπε να είναι υψηλής αγωνιστικής αξίας για να κάνει και τη διαφορά, και όχι να παίρνει ο κάθε σύλλογος 20 ξένους για να του “βγουν” οι τρεις ή οι τέσσερις».
Πάντως, κλείνοντας, ο κ. Παντζιαράς τόνισε ότι, σε αυτήν την αναμφίβολα αρνητική κατάσταση, έχει διακρίνει δύο θετικά! Πρώτον, το επίπεδο των ξένων ποδοσφαιριστών που έρχονται στην Κύπρο είναι καλό και, δεύτερον, το κυπριακό φούτμπολ έχει δεχθεί μία... γερή ώθηση τα τελευταία χρόνια παρά τη μαζική εισροή ξένων σε αυτό!
Αναφέρει ο Κύπριος κόουτς: «Τα πρόσφατα χρόνια οι εξαιρετικές ευρωπαϊκές επιτυχίες κυρίως των ΑΠΟΕΛ, Ανόρθωσης και Απόλλωνα Λεμεσού αλλά και η πoλυετής παρουσία του (Έλληνα) Άγγελου Αναστασιάδη στον πάγκο της Εθνικής Κύπρου (σ.σ. 2004-11) έδωσαν μία ώθηση στο κυπριακό ποδόσφαιρο.
Επίσης, τα γήπεδα είναι σε άριστη κατάσταση, στα περισσότερα εξ αυτών υπάρχει αρκετός κόσμος (σ.σ. οι ομάδες με τους περισσότερους φίλους στις κερκίδες είναι οι “παραδοσιακές δυνάμεις” ΑΠΟΕΛ, Ανόρθωση, Ομόνοια, Απόλλων Λεμεσού και ΑΕΛ) ενώ στο κομμάτι των ξένων ποδοσφαιριστών υπάρχει ποιότητα. Ένας λόγος για αυτό είναι ότι το σκάουτινγκ στην Κύπρο δουλεύει πολύ καλύτερα από ό,τι στην Ελλάδα. Τούτο είναι σημαντικό. Ειδικά, δε, στις αφρικανικές χώρες νομίζω ότι το κυπριακό σκάουτινγκ είναι αξιοζήλευτο!».
* Ο Ανδρέας Παντζιαράς γεννήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 1976 στην Κύπρο. Είναι γιος του παλαίμαχου τερματοφύλακα του Άρη, Γιώργου Παντζιαρά. Σε μικρή ηλικία ήλθε στη χώρα μας και αγωνίστηκε (κυρίως) στη Δ’ Εθνική με ομάδες της Θεσσαλονίκης και της Χαλκιδικής. Ως προπονητής έχει δουλέψει σε Πολύγυρο, Κοζάνη, ΠΑΟΝΕ, Οδυσσέα Αναγέννησης Σερρών, Πυρσό Γρεβενών, Τηλυκράτη Λευκάδας, Πλατανιά, Απόλλωνα Καλαμαριάς, Πανσερραϊκό, ενώ αυτή τη στιγμή καθοδηγεί τη Δόξα Δράμας.
Επιμέλεια: Γιώργος Σέργης.