Διαθέστε 3-4 λεπτά και διαβάστε τι σημαίνει "νταβατζής".
Σύμφωνα με το Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας (Ακαδημία Αθηνών) «νταβατζής είναι το πρόσωπο που εμφανίζεται ως προστάτης σε κάποιον χώρο, αντλώντας προσωπικό όφελος». Επίσης, το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Γ. Μπαμπινιώτης) ορίζει τον νταβατζή ως «το πρόσωπο που παίρνει μέρος των χρημάτων που κερδίζει μια πόρνη με αντάλλαγμα την προστασία που της παρέχει». Το ίδιο Λεξικό ορίζει μεταφορικά τον νταβατζή ως «το πρόσωπο που εμφανίζεται ως προστάτης ενός χώρου, συστήματος, επαγγελματικής ομάδας, κ.ά., αποκτώντας προσωπικά οφέλη από αυτά». Η λέξη νταβατζής είναι τουρκική (davaci) και συνώνυμες θεωρούνται οι λέξεις νταβάς, νταουτζής, αγαπητικός, μαστροπός και προαγωγός.
Νταβατζιλίκι είναι η ιδιότητα και οι ασχολίες του νταβατζή. Το προαναφερθέν λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών επισημαίνει, ότι, «κατ’ επέκταση το νταβατζιλίκι είναι κάθε μορφής προστασία που παρέχεται από ισχυρούς σε αδύναμους, με οικονομικά οφέλη για τους πρώτους». Επίσης, το λεξικό του Γεωργίου Μπαμπινιώτη αναφέρει ότι «το νταβατζιλίκι κατ’ επέκταση είναι το θράσος, το νταϊλίκι, οι παλληκαρισμοί και γενικά ότι συνθέτει τη συμπεριφορά του νταβατζή». Στην καθομιλουμένη, σε διάφορους επιχειρηματικούς, ακαδημαϊκούς, επαγγελματικούς και γενικότερα εργασιακούς χώρους, για τα πρόσωπα που έχουν την εξουσία ή για τα άτομα που σχηματίζουν ομάδα άσκησης εξουσίας προς ίδιον οικονομικό-κοινωνικό-πολιτικό όφελος, συχνά ακούγονται τέτοιες φράσεις, όπως “πουλάει νταβατζιλίκι”, “πληρώνουμε νταβατζιλίκι”, “πουλάνε νταβατζιλίκι”.