Ο Φαν ντερ Φάαρτ παρουσιάστηκε από τη Μπέτις και το gazzetta.gr γράφει για μια καριέρα που ποτέ δεν ήταν όσο μεγάλη καταδείκνυαν οι προσδοκίες, καθώς και για την ξεχωριστή θέση του Αμβούργου στην καρδιά του.
Το σπίτι του κοντά στον Έλβα, τον ποταμό που διασχίζει το Αμβούργο, θα παραμείνει κλειστό για τα επόμενα τρια χρόνια, που θα αγωνίζεται στη Ρεάλ Μπέτις. Θα ανοίγει πιθανότατα για τις διακοπές του Ολλανδού, για να του θυμίζει όμως κάθε φορά πως όταν το κλείδωνε κι έφευγε απ' αυτό, τα πράγματα δεν του ερχόταν όπως τα περίμενε αυτός και όσοι τον παρακολουθούσαν...
Γεννήθηκε το 1983 και είναι δημιούργημα της «μεγάλης του Άγιαξ σχολής», του μέρους δηλαδή απ' όπου τόσοι και τόσοι νεαροί φερέλπιδες Ολλανδοί πήραν το χαρτί εισαγωγής στο «πανεπιστήμιο» του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Μερικοί φεύγοντας πήραν το «πτυχίο» της καταξίωσης, λιγότεροι αρίστευσαν, όμως στο βιογραφικό τους η αποφοίτηση από της ακαδημίες του «Αίαντα» είχαν ξεχωριστή θέση, ψηλά- ψηλά και με έντονα γράμματα. Μέχρι μια εποχή, περίπου τη γενιά του Φαν ντερ Φααρτ, προδίκαζε ένα λαμπρό μέλλον, που όμως με τον καιρό ερχόταν όλο και σπανιότερα.
Φήμη και προσδοκίες
Έτσι και ο Ράφαελ έγινε διάσημος ως το νέο «whizzkind» (μτφ. «παιδί - θαύμα» στα ολλανδικά) στις ακαδημίες του Άγιαξ και προήχθη στην πρώτη ομάδα το 2000, σε ηλικία 17 ετών.
Όλοι δήλωναν εντυπωσιασμένοι με την ανέλιξη του, όμως οι σοβαροί τραυματισμοί του χτύπησαν την «πόρτα» νωρίς. Η σεζόν 2001 - 2002 ήταν σχεδόν ολοκληρωτικά, χτυπώντας σοβαρά στο γόνατο και αφαιρώντας το μηνίσκο του. Επανέρχεται την επόμενη χρονιά με 21 εμφανίσεις και 18 γκολ. Του δείχνουν εμπιστοσύνη, γίνεται αρχηγός, κατακτά το πρωτάθλημα με τον Άγιαξ το 2003 και θεωρείται ως ένας από τους καλύτερους παίκτες στην Ολλανδία. Ήδη όμως τα φώτα της δημοσιότητας άρχισαν να τον «καίνε». Πλάι στα γκολ και τις ασίστ του 20χρονου επιτελικού μέσου τα Μ.Μ.Ε έδειχαν τη φανταχτερή αρραβωνιαστικιά του, Σίλβι Μάις, τα περιττά του κιλά και τον αναντίστοιχο με ζωή ποδοσφαιριστή τρόπο ζωής του. Την ίδια περίοδο τσακώνεται με τον Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς, αρχίζουν οι προστριβές με τον προπονητή του, Ρόναλντ Κούμαν, και οι οπαδοί τον αποδοκιμάζουν με συνέπεια. Η περίοδος χάριτος τερματίζεται απότομα και το 2005 ο Φαν ντερ Φααρτ ψάχνει για ομάδα. Τελικά, όπως παραδέχεται αρκετά αργότερα, δεν βρίσκει απλά μια τέτοια. Βρίσκει το «σπίτι» του.
Αμβούργο (vol1)
Οι 117 συμμετοχές και τα 52 γκολ την πενταετία 2000 - 2005 στην Ολλανδία έχουν τοποθετήσει το κασέ του ψηλά. Φημολογείται το ενδιαφέρον της Μίλαν, όμως το Αμβούργο καταθέτει πρόταση 5.5 εκατ. ευρώ. Περιέργως, ο Φαν ντερ Φάαρτ δέχεται. Εκεί μάλιστα θα περάσει το μεγαλύτερο διάστημα της καριέρας του, όσο και στον Άγιαξ που τον ανέδειξε. Εκεί δηλώνει πως νιώθει άνετα, καθώς είναι ηγέτης, ο καλύτερος παίκτης αδιαμφισβήτητα.
Άμα τη αφίξει του όμως στη Βόρεια Γερμανία, αναλαμβάνει το ρόλο του ηγέτη και τα καταφέρνει περίφημα. Για μοναδική φορά στην καριέρα του δεν «γκρινιάζει» για τίποτα, δεν τσακώνεται με κανέναν και κάνει άπαντες να ασχολούνται με το παιγνίδι του και όχι με την κοινωική του ζωή. Ίσως και γιατί στο Αμβούργο δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνει κανείς...
Εκ των πραγμάτων το ταβάνι δεν βρίσκεται πολύ ψηλά, όμως ο Ολλανδός το ευχαριστιέται. Παραδόξως, καθώς τη δεύτερη σεζόν παίζει μεν στο Τσάμπιονς Λιγκ, όμως σώζεται εκ θαύματος από τον υποβιβασμό. Το καλοκαίρι ενδιαφέρεται η Ρεάλ Μαδρίτης γι' αυτόν, όμως αυτός ούτε να ακούει: Αμβούργο και ξερό ψωμί. Το παίρνει από το χέρι και το οδηγεί στην 4η θέση της Bundesliga και στους 16 του - τότε - UEFA. Οι μνηστήρες πληθαίνουν, με τις Τσέλσι και Βαλένθια να προστίθεται στην ουρά. Πάνω που η ομάδα δείχνει να στέκεται στις δυνατότητες του σταρ της, ο Φαν ντερ Φάαρτ παίρνει την απόφαση να φύγει. Το κάνει για τους «μερέγχες», που το 2008 δίνουν 13 εκατ. ευρώ για τη μοναδική μεταγραφή τους εκείνη της σεζόν.
Όλο νεύρα στη Μαδρίτη
2.000 άνθρωποι πηγαίνουν αυγουστιάτικα στο «Μπερναμπέου» και στην παρουσίαση του, ενώ μαζί με τον έως τότε «διόσκουρο» του, Γουέσλει Σνάιντερ, γίνονται το νέο ενδιαφέρον δίδυμο στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, φορώντας τα «λευκά» της «βασίλισσας».
Τελικά, καταφέρνουν μια τρύπα στο νερό. Η Μαδρίτη παραείναι... ζεστή, σε σχέση με το Αμβούργο, αφού συνολικά σε δυο σεζόν παίζει κυρίως σαν αλλαγή και σκοράρει σε ελάχιστες και αδιάφορες περιπτώσεις (σ.σ 58 συμ. - 11 γκολ). Το 2008 τσακώνεται με τον Χουάντε Ράμος και το 2009 με τον Μανουέλ Πελεγρίνι, καθώς φανερά ή άδηλα δεν τον υπολογίζουν. Δυο ώρες πριν λήξει η μεταγραφική περίοδος, το καλοκαίρι του 2010, η Τότεναμ τον παίρνει στο Λονδίνο με 11 εκατ. ευρώ. Η μπογιά του, όπως φαίνεται από τα λεφτά, ακόμα «περνάει».
«Συννεφιές» στο Λονδίνο
Υπέγραψε για 4 χρόνια και η είσοδος του στην Πρέμιερ Λιγκ ήταν δυναμική, με 3 γκολ σε τέσσερις αγώνες τον Σεπτέμβρη, ενώ και στο Τσάμπιονς Λιγκ πηγαίνει μια χαρά με ένα γκολ και μια ασίστ στους δυο πρώτους αγώνες. Εκεί τραυματίζεται, όμως επανέρχεται. Γενικά οι τραυματισμοί είναι κοινός τόπος στην καριέρα του, αφού δεν τον αφήνουν ποτέ να ησυχάσει. Ενώ τη διετία 2010 - 2012 έχει ποιοτική συμμετοχή στην Τότεναμ, όπως φαίνεται και από τους αριθμούς (σ.σ 76 συμ. - 28 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις), η έλευση των Ντεμπελέ, Ντέμπσεϊ, Σίγκουρτσον και η ευπάθεια του στους τραυματισμούς τον καθιστούν - ξανά - ρεζέρβα. Κάνει μόλις 2 συμμετοχές στο πρώτο μισό της σεζόν 2012-2013, κι εκεί ανοίγει την «αγκαλιά» του ξανά το Αμβούργο.
Αμβούργο (vol2)
«Γυρίζω στο σπίτι μου! Δεν επιστρέφω μόνο σαν παίκτης. Επιστρέφω και σαν οπαδός. Είναι όνειρο για μένα να βρίσκομαι ξανά εδώ. Εδώ πέρασα τα καλύτερα μου χρόνια, η ομάδα μου έλειψε πολύ».
Θα περίμενε κανείς πως στα 30 του, έχοντας περιπλανηθεί στα κορυφαία ευρωπαϊκά πρωταθλήματα και δίχως να έχει καταφέρει να γίνει αυτό στο οποίο συνέτειναν οι προοπτικές του, η φανέλα του Αμβούργου (μάλλον) δεν θα είναι η τελευταία της καριέρας του. Τον Οκτώβριο του '13 τραυματίζεται ξανά στο γόνατο και μένει εκτός μέχρι το Φλεβάρη. Δεν σκοράρει για τρεις μήνες και η σεζόν τελειώνει κούτσα - κούτσα (κυριολεκτικά). Η φετινή δε ήταν από τις χειρότερες. Ολοκληρώνεται πανηγυρικά, με το Αμβούργο να διατηρείται στη Bundesliga και να παραμένει η μόνη ομάδα που δεν υποβιβάζεται στην Zweiteliga, όμως η δυναμικότητα της ομάδας είναι πολύ χαμηλή και ο Ολλανδός δεν μπορεί να την παρασύρει προς τα πάνω. Τα 4 γκολ όμως σε 24 συμμετοχες τον κάνουν να καταλάβει πως ούτε αυτός παραμένει ίδιος με την προηγούμενη θητεία του, όμως και το σπίτι του δεν τον «σηκώνει» πια.
Πλέον αποφάσισε πάλι να κινήσει προς μέρη πιο ηλιόλουστα. Προορισμός του δεν ήταν η Αθήνα και η ΑΕΚ, όπως ακούστηκε στα τέλη Μαΐου, αλλά η Ανδαλουσία, απ' όπου κατάγεται η αγαπημένη του γιαγιά, για να φορέσει τα «ασπροπράσινα» της Μπέτις. Η προηγούμενη απόπειρα του στην Ισπανία δεν συνοδεύτηκε από επιτυχία, ενώ γενικά ο ίδιος είναι πολύ κοντά στο να καθιερωθεί στη συνείδηση των ποδοσφαιρόφιλων ως ένα «παιδί - θαύμα» που ένιωσε άνετα μόνο σε ένα μέρος που δεν εγγυήθηκε τίτλους και δόξα, αλλά το ένιωθε σπίτι του. Το Αμβούργο...