19 Μαΐου 1993 - Μια μαχαιριά στην κ...

Μια άγρια συμπλοκή στην οδό Ρηγαίνης στην εντός των τειχών Λευκωσία, οδήγησε στον τραγικό θάνατο του 17χρονου Ιωσήφ Σάρρου, από τον Κορμακίτη, ο οποίος κατοικούσε στον συνοικισμό Αγίου Παύλου. Σοβαρά τραυματίας κατέληξε κι ο 16χρονος φίλος του, Γιώργος Περατίτης, ενώ ο τρίτος της παρέας, Γιώργος Γεωργίου, κατάφερε να την γλιτώσει.

Τα γεγονότα διαδραματίστηκαν λίγο πριν από τις 9:30 το βράδυ της 19ης Μαΐου 1993, στην οδό Ρηγαίνης, όπου ο Σάρρος με τους Περατίτη και Γεωργίου, κατέβηκαν με δύο μοτοσικλέτες, για βόλτες στην περιοχή. Ωστόσο, τελικά, βρέθηκαν να διαπληκτίζονται με τους οδηγούς και επιβάτιδες άλλων δύο μοτοσικλετών: στην μια επέβαινε ο 17χρονος πρώην κατάδικος, Μάριος Ηλιάδης, με τον φίλο του, Χριστάκη Χρυσάνθου, 18 ετών, και στην άλλη, η φίλη του Ηλιάδη, Νίκη Αλεξάνδρου, με την φίλη της, Άντρη Αντωνίου.

Όπως αναφέρεται στην δικαστική απόφαση, «έναυσμα της συμπλοκής αποτέλεσε κατά λάθος άγγιγμα του ποδιού του Γιώργου Περατίτη, στη μοτοσυκλέττα ή στα πόδια της Αλεξάνδρου, τη στιγμή που την προσπερνούσε.» Τότε, ο Σάρρος μπήκε με την μοτοσικλέτα του μπροστά από αυτήν των κοπέλων, με αποτέλεσμα η Αλεξάνδρου να του φωνάξει «Είσαι στραβός;», για να της απαντήσει «Όι, είμαι κουτσός. Παλαβή.».

Καταδίωξη, απειλές και, τέλος, φόνος

Ο Ηλιάδης, που άκουσε την έντονη συζήτηση ανάμεσα στην Αλεξάνδρου και στον Σάρρο, καταδίωξε πεζός τον τελευταίο, προς την κατεύθυνση της Πλατείας Ελευθερίας, ενώ «ο Χρυσάνθου αμέσως ξεκίνησε τη μοτοσυκλέττα του και τους ακολούθησε. Σε κάποια στιγμή προσπέρασε τον κατηγορούμενο που έτρεχε πεζός και συνεχίζοντας πρόφθασε το θύμα στην είσοδο της Οδού Ρηγαίνης από την Οδό Λήδρας.

Στον ίδιο τόπο, έφθασε και η μοτοσυκλέττα με τους Γεωργίου και Περατίτη. Δημιουργήθηκε ένταση και αντάλλαξαν βρισιές και αντεκλήσεις μεταξύ του θύματος και του Χρυσάνθου. Ενώ συνέβαιναν αυτά, κατέφθασε τρέχοντας ο κατηγορούμενος από την Οδό Ρηγαίνης, κινούμενος από την πλευρά της Πλατείας Σολωμού προς την Οδό Λήδρας. Μόλις πλησίασε κλώτσησε τη μοτοσυκλέττα του θύματος και πιάνοντάς τον από τον γιακά τον ερώτησε γιατί τους πείραξε. Ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος έβγαλε από την τσέπη του ένα σουγιά και απειλούσε το θύμα κάνοντας διάφορες κινήσεις χωρίς όμως να τον τραυματίσει. Τότε ο Περατίτης πλησίασε στο σημείο που βρίσκονταν το θύμα και ο κατηγορούμενος, ο οποίος άφησε το θύμα και άρχισε να απειλεί τον Περατίτη με το μαχαίρι. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος κτύπησε με γροθιά τον Περατίτη στον ώμο και με το μαχαίρι στο αριστερό βραχίονα. Τότε ο Περατίτης και το θύμα τράπηκαν σε φυγή καταδιωκόμενοι από τον κατηγορούμενο ο οποίος πρόφθασε τον Περατίτη και τον κτύπησε με το μαχαίρι στην αριστερή πίσω πλευρά. Το κτύπημα, του προκάλεσε τραύμα στο αριστερό ημιθωράκιο, στο κάτω μέρος του οπίσθιου αριστερού θώρακα το οποίο τραυμάτισε και τον πνεύμονα. Ο Περατίτης συνέχισε να τρέχει και φθάνοντας στην Πλατεία Σολωμού τηλεφώνησε στη μητέρα του και παρέμεινε εκεί μέχρι που ήλθαν ο πατέρας και η μητέρα του και τον μετέφεραν στο Νοσοκομείο όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Κατά την καταδίωξη φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος πρόφθασε και το θύμα το οποίο κτύπησε με το μαχαίρι στο στήθος ακριβώς κάτω από την αριστερή θηλή, τραυματίζοντάς τον θανάσιμα αφού το μαχαίρι διάτρησε την καρδία. Παρά τον τραυματισμό του το θύμα συνέχισε να τρέχει και έπεσε νεκρός έξω από μια μπυραρία σε πάροδο της οδού Ρηγαίνης. Ο κατηγορούμενος ακολούθως επέστρεψε στο σημείο όπου άρχισε ο καυγάς στην αρχή της Οδού Ρηγαίνης και επιτέθηκε στον Γεωργίου. Επειδή όμως ο τελευταίος του είπε "με τα χέρια" έκλεισε τον σουγιά και κτύπησε με γροθιά στο κεφάλι του Γεωργίου ο οποίος κατόρθωσε να του ξεφύγει τρέχοντας προς την Πλατεία Ελευθερίας.».

Σοβαρό τραύμα δέχθηκε κι ο φίλος του Σάρρου, Γιώργος Περατίτης. Ο Περατίτης, κτυπήθηκε στην πλάτη από μαχαίρι κι εισήχθη στο χειροργείο, αμέσως μόλις έφτασε στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας.

Πάνω: ο τραυματίας Περατίτης στο νοσοκομείο με τους γονείς του / Κάτω: ο φίλος τους, Γιώργος Γεωργίου

Συνελήφθησαν οι δράστες

Δύο, περίπου, ώρες μετά το στυγερό έγκλημα, ο Ηλιάδης και η Αλεξάνδρου, εντοπίστηκαν και συνελήφθησαν από την Αστυνομία, σε δισκοθήκη. Ο 17χρονος ομολόγησε την διάπραξη του φόνου και προθυμοποιήθηκε να υποδείξει και το σημείο όπου πέταξε το ματωμένο μαχαίρι.

Χειροπέδες, επίσης, η Αστυνομία πέρασε και στον φίλο του Ηλιάδη, Χριστάκη Χρυσάνθου, 18 ετών. Όπως ανέφερε το ρεπορτάζ της εφημερίδας, ο Μάριος Ηλιάδης, παρά το νεαρό της ηλικίας του, είχε εκτίσει προηγουμένως ποινή φυλάκισης δύο ετών για υποθέσεις κλοπών και κλοπών από εννέα Συνεργατικά Παντοπωλεία.

Απειλή για βεντέτα στο δικαστήριο Λευκωσίας

Έντονες σκηνές εκτυλίχθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ανάμεσα στις δύο πλευρές, τους συγγενείς του δολοφονηθέντος Σάρρου και του δολοφόνου Ηλιάδη. Μάλιστα, απειλήθηκε και το ξέσπασμα βεντέτας ανάμεσα στις δύο οικογένειες, καθώς και επί τόπου συμπλοκές. Η παρέμβαση ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων, έπαιξε καταλυτικό ρόλο ως προς την αποκατάσταση της τάξης και της ηρεμίας.

Ο Ηλιάδης, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου, εμφανίστηκε ψύχραιμος, στο κελί όπου κρατείτο, κατά το δημοσίευμα, ξέσπασε, φωνάζοντας: «Δεν είμαι δολοφόνος, είμαι μόνο 17 χρονών». Στους Ηλιάδη και Χρυσάνθου, απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες για φόνο εκ προ μελέτης, κατά του Σάρρου και η απόπειρα φόνου κατά του Περατίτη.

Η καταδίκη, η έφεση και η απόρριψη

Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν καταδικαστική για τον Μάριο Ηλιάδη. Σύμφωνα με τα όσα ανέγνωσε ο δικαστής Δ. Κούρρης, «(...)κατόπιν παραδοχής του ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, καταδικάστηκε σε κατηγορία ανθρωποκτονίας κατά παράβαση του άρθρου 205(1 )(3) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και σε κατηγορία παράνομης πρόκλησης βαρείας σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 και 3 χρόνων αντίστοιχα».

Ωστόσο, ο καταδικασθέντας εφεσίβαλε την απόφαση, για τους λόγους ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στο νεαρό της ηλικίας του εφεσείοντα, την ομολογία και παραδοχή αμέσως μετά τη σύλληψη, τη συνεργασία και υποβοήθηση της Αστυνομίας, τις προσωπικές περιστάσεις, τις οικογενειακές καταστάσεις του εφεσείοντα, τη συναισθηματική ένταση, τη μεταμέλεια και τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε το έγκλημα και το γεγονός ότι ο εφεσείοντας δεν είχε σχεδιασμό ή προμελετημένη πρόθεση για να προκαλέσει το θάνατο του θύματος».

Το εφετείο, όμως, απέρριψε την έφεση, προβάλλοντας τους εξής λόγους:

«Το Κακουργιοδικείο σχολίασε αριθμό αποφάσεων που τέθηκαν ενώπιον του από την υπεράσπιση, καθώς επίσης και άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τόνισε την σοβαρότητα του υπό κρίση εγκλήματος που είναι από τα σοβαρότερα του Ποινικού Κώδικα και θεώρησε ότι ενδεικνυόταν η επιβολή ποινής μακροχρόνιας φυλάκισης καθότι ο εφεσείοντας αποστέρησε το θύμα ότι πολυτιμότερο είχε, δηλαδή του αποστέρησε τη ζωή του.

Έχοντας εξετάσει με προσοχή την απόφαση του Κακουργιοδικείου, είμαστε ικανοποιημένοι ότι αυτό έλαβε υπόψη ως ελαφρυντικά για μετριασμό της ποινής όλα εκείνα που ανέφερε στην αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα και έδωσε τη δέουσα βαρύτητα σε όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες και δεν είναι περίπτωση που μας επιτρέπει να επέμβουμε στην ποινή που έχει επιβληθεί.»