Μπορεί τα αμπελοπούλια να μας απασχολούν έντονα τις τελευταίες εβδομάδες, όπως και κάθε φθινόπωρο άλλωστε, με τις συζητήσεις και τις διαφωνίες να δίνουν και να παίρνουν, ωστόσο αυτή η ιστορία κρατάει χρόνια και παρόλο που η νομοθεσία και τα μέτρα έγιναν πι αυστηρά, όπως φαίνεται αυτά δεν ήταν αρκετά για να...βάλουμε μυαλό.
Το ημερολόγιο γράφει 18 Οκτωβρίου 1983.
35 χρόνια ακριβώς πριν, ο συνάδελφος αρθρογράφος στη Σημερινή, Μάριος Δημητρίου, κάνει αυτοψία σε ένα χωράφι στην Αγία Νάπα, εκεί όπου δύο νεαροί, πιστοί στο ραντεβού τους κάθε Φθινόπωρο, κυνηγούν αμπελοπουλια. Δεν τα σκοτώνουν επειδή είναι αιμοβόροι, όπως λέει στο δημοσίευμα, αλλά για πιο τον πιο απλό λόγο. Τα λεφτά.

Δεν το κάνουν ούτε για το σπορ αφού δεν τους προσφέρει κάποια ικανοποίηση.
«Σκοτώνουν τα πουλιά για τα λεφτά. Για να τα πουλήσουν στους ιδιοκτήτες κέντρων και ταβερνών Και τα πωλούν πολύ ακριβά. Για κάθε αμπελοπούλι μπορεί να εισπράξουν 15 σελίνια έως και μια λίρα», αναφέρει ο Μάριος Δημητρίου πριν 35 χρόνια, με τις τιμές να παραμένουν το ίδιο ψηλές σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα.

Οι εστιάτορες βέβαια, συνεχίζει ο Μάριος Δημητρίου, θα πουλήσουν σε πολύ πιο ψηλές τιμές τα αμπελοπούλια, στους «μεζετζήδες» πελάτες τους.
Τα μέσα σύλληψης των πουλιών δεν άλλαξαν καθόλου τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με τα όσα μετέδιδε το 1983 ο Μάριςο Δημητρίου.
«Τα μέσα σύλληψης των πουλιών είναι τα δίκτυα και τα ξόβεργα. Ο Ανδρέας και ο Γιώργος (όπως αποκαλεί τους νεαρούς που τον συνοδεύουν στην περιοχή σύλληψης των αμπελοπουλιών) διαθέτουν τεράστια δίχτυα που τα στήνουν στα περιβόλια και τα δέντρα τα απογεύματα. Τα πρωινά πηγαίνουν και με κραυγές και πέτρες ξεσηκώνουν τα πουλιά τα οποία πετούν μαζικά, κτυπούν στα δίχτυα και πιάνονται μέσα».

Η ίδια μέθοδος που χρησιμοποιείται και σήμερα από τους λαθροθήρες.
Στη συνέχεια, ο δημοσιογράφος περιγράφει την εμπειρία του πηγαίνοντας για κυνήγι με ξόβεργα μαζί με τους δύο νεαρούς.
«Ξεκίνησα μαζί τους ένα πρωινό στις 5:30, για κυνήγι με ξόβεργα. Μαζί τους κουβαλούσαν δυο- τρεις φαρέτρες γεμάτες με αυτά. (...) Ήταν λοιπόν σκοτάδι ακόμα όταν ξεκινήσαμε και φτάσαμε σ’ ένα σύδεντρο από ευκαλύπτους και ακακίες, που είναι ιδιοκτησία του Ανδρέα. Ο Ανδρέας και ο Γιώργος έπιασαν αμέσως δουλειά, σιωπηλοί, για να μην νοιώσουν τα πουλιά την παρουσία τους. Με ένα μαχαίρι ξεκόλλησαν ένα- ένα τα ξόβεργα από τη δέσμη και τα τοποθέτησαν πάνω στις ακακίες, το ένα δίπλα στο άλλο, το ένα πάνω από το άλλο, έτσι που οι ακακίες κατάντησαν να έχουν λιγότερα κλαδιά και περισσότερα ξόβεργα».

Συνεχίζοντας την λεπτομερή αυτοψία του, ο Μάριος Δημητρίου γράφει για την στιγμή που πρέπει να οδηγηθούν τα πουλιά στα ξόβεργα.
«Πέρασε έτσι μισή ώρα κι όταν στήθηκαν όλα τα ξόβεργα, πήγαν πίσω από τους ευκάλυπτος όπου κούρνιαζαν τα πουλιά. Γέμισαν ένα καλάθι με πέτρες και άρχισαν να ρίχνουν πέτρες στους ευκαλύπτους βγάζοντας κραυγές. Έριχαν πέτρες, κραύγαζαν και προχωρούσαν πλησιάζοντας προς τις ακακίες. Μέσα απ’ τους ευκαλύπτους ακούονταν τα τρομαγμένα, ξαφνιασμένα φτεροκοπήματα των πουλιών που πετούσαν τυφλά προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που έρχονταν οι πέτρες, προς την κατεύθυνση δηλαδή των ξόβεργων».

Αφού λοιπόν τα αμπελοπούλια πιάνονται στα ξόβεργα, είναι καταδικασμένα Οι ανέλπιδες προσπάθειες του πουλιού να ελευθερωθεί, θα το εξαντλήσουν μέχρι που να παραδοθεί στη μοίρα του. Εκεί θα το περιμένει ο δήμιος του που θα το ξεκολλήσει από τα ξόβεργα, ή θα το απελευθερώσει από τα δίχτυα μόνο για να του χαρίσει το θάνατο με μια απότομη στροφή του κεφαλιού του.

Όπως φαίνεται λοιπόν και από την μαρτυρία του Μάριου Δημητρίου, η διαδικασία και οι λόγοι αιχμαλώτισης των πουλιών, 35 χρόνια μετά παραμένουν ίδιοι. Τα αυστηρά μέτρα προστασίας και οι ποινές, έχουν σίγουρα μείωση της θήρευση τους, ωστόσο ο τζίρος εκατομμυρίων από το λαθρεμπόριο τους είναι τόσο ψηλός, που κάποιοι είναι διαθετημένοι να πάρουν το ρίσκο και να τα σκοτώσουν.
