Η ιστορία της Αγγέλας που κουβαλάει...

Την έψαχνα όλο το πρωινό στα στενά της Λάρνακας. Πως εντοπίζεις όμως μια σκιά;

Η ιστορία της είναι λίγο πολύ γνωστή στους Λαρνακείς, ωστόσο η πάροδος του χρόνου και η αναπαραγωγή της ιστορίας, δημιούργησαν διάφορες παραποιημένες ιστορίες-θρύλους που σε πολλές περιπτώσεις δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα. Έτσι θέλησα να δω με τα δικά μου μάτια και να ακούσω με τα δικά μου αυτιά, την ιστορία της κυρίας Αγγέλας με τα παπαγαλάκια.

Μιας από τις πιο γνωστές και σουρεαλιστικές μορφές της Λάρνακας, με την ιστορία της να εξελίσσεται σε ένα αστικό μύθο που διαιωνίζεται από γενιά σε γενιά.

Η αναζήτηση της και ο εντοπισμός της δεν ήταν εύκολος. Παρόλο που απασχόλησε τον Τύπο και τις υπηρεσίες του Κράτους πολλές φορές στο παρελθόν, η κα. Αγγέλα έχει την ιδιότητα να εξαφανίζεται σαν σκιά και να εμφανίζεται εκεί που κανείς δεν το περιμένει. Παρόλο του ότι ενοικιάζει με τη πενιχρή της σύνταξη ένα μικρό διαμέρισμα σε ένα δόμα στην παλιά Λάρνακα, η κα Αγγέλα μένει τους τελευταίους μήνες στο δρόμο.

Ξεκίνησα την προσπάθεια εντοπισμού της στο τελευταίο γνωστό «καταφύγιο», της στο τζαμί Κεμπίρ-Μπουγιούκ, ωστόσο εκεί βρισκόταν μόνο ένα αυτοσχέδιο κρεββάτι, παπλώματα και διάφορα αντικείμενα που καταδεικνύουν ότι κάποιος εκεί αποκαλεί αυτό το χώρο σπίτι.

Η αναζήτηση της μετατέθηκε σε όλο το κέντρο της πόλης. Φοινικούδες, λαϊκή αγορά, στις πλατείες του κέντρου, αλλά η κυρία με τα παπαγαλάκια πουθενά. Πως εντοπίζεις άλλωστε μια σκιά;

Μετά τη πολύωρη αναζήτηση και κατευθυνόμενος προς το αυτοκίνητο για να φύγω, πέρασα από το τζαμί για μια τελευταία ματιά. 

Εκεί είχαν αρχίσει να μαζεύονται νεαροί μουσουλμάνοι για τη μεσημεριανή προσευχή. 
Καθώς το πλήθος των νεαρών έσπαγε, φάνηκε στο βάθος μια καθήμενη μαύρη φιγούρα να κοιτάει προς το μέρος μου με ένα κενό και συνάμα γαλήνιο βλέμμα. Σύντομα ψηλά στους ώμους και στο κεφάλι της, προέβαλλαν τέσσερα πουλιά. 

Ο Χότζας του τζαμιού μιλώντας ελάχιστα αγγλικά με συνόδευσε μέχρι το τέλος του διαδρόμου εκεί που βρισκόταν η κυρία Αγγέλα.

Χωρίς να βλέπει πολύ καλά και ακούγοντας ακόμα λιγότερο, χαιρέτισα την κύριά Αγγέλα και την ρώτησα αν είχε λίγο χρόνο να μιλήσουμε. Αν και τα αυτιά της δεν την βοηθούσαν, το βλέμμα της για μια στιγμή καθάρισε κοιτάζοντας με, και μου είπε με ευχαρίστηση «όσο θέλεις γιε μου».

Η ζωή της θα μπορούσε να είναι κάλλιστα best seller βιβλίο ή μια συγκινητική ταινία.

Ρωτώντας την από που κατάγεται, η κυρία, με τα παπαγαλάκια ξεκίνησε να μου λέει για τους πόνους στα πόδια της, που μετά από πολλές επισκέψεις στα νοσοκομεία και φτάνοντας στα πρόθυρα ακρωτηριασμού, ανακάλυψε ότι ο χρόνος χτύπησε τη πόρτα της καρδιάς της προκαλώντας της διάφορα προβλήματα υγείας.

«Εγεννήθηκα στον Αη Αντρόνικο το 1935», μου λέει ξεκινώντας να μου εξιστορεί τη δική της προσωπική Οδύσσεια, μέσα σε μια ιστορία που ακροβατούσε ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.

«Η οικογένεια μου εχάρτωσε με όταν ήμουν 13 χρονών». Δύο χρόνια πριν τη γεμάτη αναταραχές δεκαετία του ΄50. 

«Ήμουν μωρό εν τζαι ήξερα. Έπιασε με 13 χρονών ο χαρτωμένος μου και επιαμε στο Βαρωσι να δουλέψουμε. Έμενα εβάλαν με καθαρίστρια σε ένα καπαρε του Βαρωσιου τζαι τζινος εδουλεφκε χτισματατα. Ήμουν όμορφη τότε τζαι γλυτζιά τζαι η πατρόνα του καπαρέ ελάλεν μου οτι μπορώ να φκάλω πολλά λεφτά αν αρκεψω να μιλώ στους αδρώπους. Εγω τότε εν εκαταλαβαινα τι εννοούσε. Κάθε μερά επροσπαθούσαν να με βαλουν να “πηαίνω” με αδρωπους, εγω εν εθελα, ημουν τζαι χαρτωμένη κορούα».

«Εγω επηαινα σπίτι τζαι ελαλουν τα του χαρτωμένου μου. Τζινος ελλαλεν μου, κρυφε τζαι παιζε πελλό να δούμε. Η φτώχια τοτε μας εθεριζεν. Η πατρόνα μια μέρα είπε μου αν θελω να μου κανονίσει δκιο-τρεις πλούσιους πελάτες την εφτομα τζαι θα μου δια καλά ριαλια.Πέντε  λίρες την εφτομά. Μα ξέρεις πόσα ριάλια ήταν πέντε λίρες τότε γιε μου», μου λέει; 

«Εγω δεν εδεχτηκα όμως. Εθελα να καθαρίζω τζαι να φκάλω καθαρά ριάλια. Ο χαρτωμένος μου ελάλεν μου, κρυφε να δούμε, κρύφε...»

Ετραβησε με με το ζόρι τζαι επηρε με τζαι εσυρε με στη καρκολα. Εφωναζα, ετσιριλουν αλλα ποιος να με ακουσει.

«Μια μέρα επια στη δουλειά να καθαρίσω. Ήταν ένα νέο παλικάρι τζαι εκαθετουν μόνος του. Εγώ εκαθαριζα τζαι τζινος αρκεψε να μου μιλα. Η πατρόνα έφυε τζαι αφηκε μας. Είπε μου να παμε δίπλα στο δωμάτιο τζαι να με πληρώσει καλα. Εγω εν τζαι εθελα αλλα ούτε με ρώτησε. Ετράβησε με το ζόρι τζαι επηρε με τζαι εσυρε με στη καρκολα. Εφωναζα, ετσιρίλουν αλλά ποιος να με ακούσει...»

«Έφυα επία σπίτι βουρητή να το πω του χαρτωμενου μου να με παριορησει. Τζαι τζινος ειπε μου να παεις τζαι αυριο. Ο ένας εγίναν δκιο, οι δκιο τρείς, τζαι εβαλε με το ζόρι στη δουλειά του καπαρέ. Οτι ριάλια μου εδιούσαν επιανεν τα ο χαρτωμένος τζαι έτρωεν τα. Εμένα εν μου άφηνε τίποτε. Ώσπου μια μέρα, έπιασεν τα ούλα τζαι εξαφανιστηκε. Τζαι τοτε έμεινα μόνη μου».

«Που τότε εγύρισα τα καπαρέ τζαι τα μπαρ της Κύπρου. Βαρώσι, Κερύνια, Λευκωσία τζαι Λεμεσό. Αλλά εβαρέθηκα την κακοποίηση των πατρόνων τζαι απόφάσισα να φύω. Τζαι άνοιξα σπίτι δικό μου. Ξέρεις, που τζιντα σπιθκια που μπαίνουν τζαι φκαίνουν οι αδρώποι».

Από τα καπαρέ στα χτίσματα

«Έμεινα χρόνια μες τη δουλειά. Ένα κοπέλι νεαρό που έρκετουν σπίτι μου, ήταν χτίστης, τζαι είπε μου να με πάρει μαζι του τζαι να αφήκω τουντη δουλειά. Να με πάρει να με ζήσει τίμια τζαι να με χαρτωθεί. Εγω εν τζαι επίστευκα του. Ήταν νέος τζίνος τζαι εγώ επέρνουν του τζαι δεκα χρόνια. Με τα πολλά όμως με έπεισε. Τζαι μετά που πολλά χρόνια άφηκα τουντη δουλειά τζαι εδούλεψα στα χτίσματα μαζί του τίμια μεχρι που εφκήκα στη σύνταξη», λέει διακρίνοντας στα θολά της μάτια μια δόση περηφάνιας.

Τότε τα κορίτσια που έμπαιναν σε αυτή τη δουλειά δεν έβγαιναν. Η σωτηρία τους ήταν πολλές φορές κάποιος πλούσιος που τις έβγαζε από το καπαρέ πληρώνοντας βέβαια για την «αγορά» του τους πατρόνους των κοριτσιών ή στις περισσότερες περιπτώσεις, η εναλλακτική διέξοδος ήταν ο θάνατος...

«Εζήσαμε κάμποσα χρόνια με το παλικάρι όμως. Είχε με μαζί του, εδουλέφκαμε τζαι εζούσαμε μαζί. Τα χρόνια επεράσαν, τζίνος εμεγάλωσε τζαι ήθελε να χαρτωθεί. Εγω ήμουν μεγάλη του, εν εμπορουσα να τον χαρτωθώ, ουτε τζαι ήθελα για να είμαι ειλικρινής, τόσα χρόνια έμαθα μόνη μου, εν ήθελα άδρωπο να με κουμανταρει ξανά».

«Έτσι άφηκα τον να πάει να βρει μια γεναίκα να χαρτωθεί τζαι να κάμει φαμίλια. Έφυε αλλά όρκισε με στο Θεό να μεν φύω που τα χτίσματα τζαι να μεν παω ξανα πίσω στη παλιά μου δουλειά».

«Εσυνέχισα τότε να δουλέφκω τίμια στα χτίσματα. Ο μάστρος μου ήξερε τι δουλειά έκαμνα παλια τζαι είπε μου πως αν με επείραζε κανένας που τους χτίστες να του το ελάλουν τζαι θα τον έδκιωχνε. Εν εχω παράπονο. Εσυμπεριφερθηκε μου πολλά καλα».

Οι δύο κόρες της

Κάπου εκεί στην ιστορία μεταπηδώντας από δεκαετία σε δεκαετία, η κα Αγγελα μου αποκάλυψε ότι απέκτησε και δύο κόρες.

«Έκαμα τες με έναν αστυνομικό γιε μου. Εμείναμεν ένα χρόνο μαζί τζαι έκαμε μου δκιο κόρες. Αναγνώρισε τες. Ήταν κόρες του αφού. Είχα τες σε σπίτι τζαι εσάζαν τες. Ότι λεφτά επιανα που τα χτίσματα εστελνα τα να τες προσέχουν τζαι να τες ταΐζουν. Εν εμπορούσα να τες προσέχω εγώ γιε μου».

«Μετά που έκαμα τες κόρες μου, ταξίδεψα τζαι στους Αγιους Τόπους τζαι εγινα Χατζήνα. Τζαι δεν εξαναφηκα άδρωπο να μου τζισει που τοτε». Και τελειώνοντας την πρόταση της, άνοιξε τη μαύρη της ζακέτα και από μέσα ξεπρόβαλαν λογιών λογιών σταυρουδάκια, εικονίσματα και στολίδια. Ψάχνοντας ανάμεσα στα μπλεγμένα σχοινιά,άρπαξε το μεγαλύτερο ασημί σταυρό και δείχνοντας μου τον εσταυρωμένο, είπε πως ο μόνος άντρας που την αγγίζει από τότε, είναι ο Χριστός.

Μέσα στο αφηγηματικό παραμύθι της Αγγέλας, προσπαθούσα να συμπληρώσω τα κενά και να μάθω πως κατέληξε στα 82 της χρόνια μόνη να κοιμάται στα παγκάκια.

«Οι κόρες μου επαντρεφτηκαν σε άλλη πόλη τζαι έκαμαν οικογένειες». «Έχω τζαι αγγόνια», μου λέει περιγράφοντας τις σπουδές και τα επαγγέλματα τους γεμάτη περηφάνια.

Το μεγαλείο της μητέρας 

Ακροβατώντας ανάμεσα σε λεπτές ισορροπίες, και μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, ρώτησα την κυρία Αγγέλα πότε είδε τελευταία φορά τα παιδιά της. Το μεγαλείο της μητέρας και η έμφυτη ανάγκη να τα προστατεύσει και να τα δικαιολογήσει, ζει μέσα και στην ταλαιπωρημένη φιγούρα της κυρίας Αγγέλας, αφού χωρίς δισταγμό μου απάντησε: «εν τζαι θέλω να τους προκαλώ προβλήματα γίε μου. Εχουν οικογένειες τζαι αντράες. Εν θελω να μπαίνω μες τη μέση τους. Μακάρι ναν καλά τζαι εν πειράζει».  

«Έχει αλόπως κανένα χρόνο να τες δω, τα αγγόνια παραπάνω χρόνια. Αλλά εν πειράζει γιε μου μακάρι να καλά, τζαι εν τζαι πειράζει με».

Κάπου εκεί διέκοψε τη συζήτηση μας ένας μουσουλμάνος άντρας με σλάβικη καταγωγή, που βοηθά με τις δουλειές στο τζαμί. Της έφερε δυο κουτιά ποπ-κορν. «Αυτά που σου αρέσουν» είπε σε σπαστά ελληνικά και λίγο δυνατά για να ακούσει. Την παρακάλεσε επίσης να μην κουβαλάει παλιόπράγματα στη αυλή του τζαμιού. 

Οι επιθέσεις που δέχτηκε στο παρελθόν το τζαμί, οδήγησε τους διαχειριστές του στο σημείο να μην αφήνουν τίποτα εύφλεκτο στην αυλή υπό το φόβο εμπρησμού.

«Εμάς δεν μας πειράζει. Να μείνει όσο θέλει δαμέ. Αλλά μεν φέρνει χαρτιά και εν επικίνδυνο να την κρούσουν», μου λέει ο σλαβικής καταγωγής κύριος. «Εμείς δαμε προσέχουμε την. Οι μουσουλμάνοι που έρχονται εδώ της διουν λεφτά και φαί. Έχουμε την έννοια της».


-«Ενοικιάζω σπίτι δαμέ που πίσω χρόνια, αλλά εν μπορώ ρε να μινήσκω τζιαμε». 
-Μα γιατί κα. Αγγέλα;
-«Ε εν μπορώ ρε, εν μπορώ»

«Ετζοιμούμουν στα παγκακια. Αλλά εδκιωχναμε τζινοι του Δημου. Ελαλούσαν μου να πάω να μεινω στο Τζαμί. Μα εν τζαι είμαι Αραπού γιε μου, ελαλουν τους. Τζαι ήρτα δαμε τζαι είπα τους να πέφτω κάτω που το τζαμί. Τζαι ο Χότζιας είπε μου εντάξει. Εδεχτήκαν με στο τζαμί τζαι ας δεν είμαι μουσουλμάνα γιε μου».

Το δώμα στη Λαική Γειτονία της πόλης που ενοικιάζει εδώ και μερικά χρόνια, το έχει τους τελευταίους μήνες μόνο για να αποθηκεύει τα πράγματα της, μου λέει, συνεχίζοντας να επαναλαμβάνει πως δεν μπορεί εκεί, δεν μπορεί…

Η κα Αγγέλα, όπως προανέφερα, απασχόλησε και άλλες φορές τα φώτα της δημοσιότητας, μόνο που αντιμετωπίστηκε σαν μια άστεγη που η εικόνα της δεν ταίριαζε στο αστικό τοπίο της πόλης.

Με τη «βοήθεια» του Κράτους, η Αγγέλα οδηγήθηκε κάποτε σε ένα τοπικό γηροκομείο «Έμεινα μια νύχτα τζαι έφυγα το πρωί», μου λέει. 

Ρωτώντας την αν της άρεσε, απάντησε αφοπλιστικά πως, ήταν όλοι γέροι εκεί.

«Μετά επήραν με σε μια Στέγη, έμεινα 2-3 νυχτες αλλά έβαλαν με στο ίδιο δωμάτιο με μια που εροχάλιζε τζαι δεν τζοιμουμουν. Εφυα μια νυχτα που το παράθυρο».

«Που επιενα σπίτι μου ήβρα κάτι αστυνομικούς έξω τζαι είπαν μου θα με πάρουν κάπου άλλου τζαι θα μου φέρουν τα πράματα μου. Τζαι επηραν με στην Αθαλάσσα γιε μου. Είμαι εγω πελλή γιε μου; Εκλαια μέρα νύχτα. Ώσπου οι γιατροί είδαν ότι εν είμαι πελλή τζαι αφήκαν με».

Από τότε επέστρεψε στη Λάρνακα και κοιμάται στους δρόμους.

Συντροφιά της τα τρία παπαγαλάκια που πρόσφατα έγιναν τέσσερα, και είναι μονίμως σκαρφαλωμενα στους ώμους και στο κεφάλι της και πάνε μαζί βόλτες στη Λάρνακα.

Κυρία Αγγέλα γιατί φορείς μαύρα, την ρωτάω με το πραγματικό ενδιαφέρον να μάθω ποιόν πενθεί.

«Εχάσαμεν τον γιο του αρφού μου γιε μου», μου λέει. «Το παλικάρι μας ο Γιώργος επέθανε που τζίντην αρώστια γιε μου. Αλλά εγώ έχω τον πάντα μαζί μου», λέει χαμογελώντας.

Προτού ρωτήσω τι εννοεί κατεβάζει ένα από τα παπαγαλάκια που είναι στο κεφάλι της και μου συστήνει τον Γιώργο, ένα από τα παπαγαλάκια που ονόμασε προς τιμή του αποθανόντα ανιψιού της ενώ ταυτόχρονα μου δείχνει το μικρότερο από τα τέσσερα για να μου πει ότι και αυτό το ονόμασε «Γιωρκουλλού» πάλι για τον ίδιο λόγο.

Οι άγιοι της Αγγέλας είναι τα παπαγαλάκια της. Ο Ανδρέας και ο Χρήστος, είναι η μετουσιωμένη θρησκεία και συντροφιά της Αγγέλας που έχοντας φτερά και όνομα αγίων, σκαρφαλώνουν στο άσπρο κεφάλι της για να την προστατεύσουν.

«Τα πουλουθκια μου, τα μωρά μου» λέει δίνοντας τους από ένα φιλί στο κεφάλι.

Μιλώντας για δυο και πλέον ώρες, την ευχαρίστησα για το χρόνο της και της υποσχέθηκα πως θα την χαιρετάω στο δρόμο και ας μην θυμάται αυτή τις δύο ώρες που περάσαμε εκείνο το βροχερό μεσημέρι.

Με ξεπροβόδισε σαν γιαγιά που χαιρετάει τα εγγόνια της, μέχρι την είσοδο του τζαμιού και με αποχαιρέτισε.

Μιλώντας με τον Άγγελο που ονομάζεται Αγγέλα και κουβαλάει τους δικούς της Αγίους στο κεφάλι, μόνο πιο σοφός και ηθικός μπορείς να γίνεις. 

Μιλώντας με αυτή τη γυναίκα καταλαβαίνει κανείς το φόβο που νοιώθουν πολλοί άνθρωποι σε αυτή την ηλικία  του να πεθάνουν μόνοι και κλεισμένοι σε ένα διαμέρισμα ξεχασμένοι από έναν κόσμο αποξενωμένο που γυρίζει να σε δει μόνο όταν είσαι πιο χαμηλά από αυτό.

Την προτίμηση του να ζεις στο δρόμο σε δημοσία θέα αποζητώντας λίγη συντροφιά και παρέα.

Καταλαβαίνει κανείς μιλώντας με την κα. Αγγέλα, το τι σημαίνει η λέξη «μάνα» και η πραγματική στοργή και κατανόηση στις επιθυμίες του.

Αντιλαμβάνεται κάποιος που μιλάει με την Αγγέλα, ότι το μίσος δεν χωράει σε θρησκείες και ο πραγματικός θεός όλων είναι η αγάπη και ο ανθρωπισμός προς όλους τους ανθρώπους. 
Μιλώντας κανείς με ανθρώπους νέους σε παγιδευμένα ηλικιωμένα κορμιά όπως της Αγγέλας, βρίσκει το θεό του.  Ανάμεσα σε πρόχειρα κρεβάτια και φτερωτούς αγγέλους σκαρφαλωμένους στο κεφάλι.