Τη διεξαγωγή ελέγχων ανά τριμηνία αντί για μια φορά το χρόνο, είχαν εισηγηθεί το 2011 οι εξωτερικοί ελεγκτές της πρώην Λαϊκής Grant Thornton, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Διευθύνοντος Σύμβουλου του ελεγκτικού οίκου Σταύρου Ιωάννου ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην υπόθεση εναντίον τεσσάρων υψηλόβαθμων στελεχών του τραπεζικού ομίλου.
Κατηγορούμενοι στην υπόθεση είναι ο τότε Διευθύνων Σύμβουλος της τράπεζας Ευθύμιος Μπουλούτας, ο Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος Παναγιώτης Κουννής, ο μη εκτελεστικός Αντιπρόεδρος Νεοκλής Λυσάνδρου και το μη εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας Μάρκος Φόρος.
Απαντώντας σε ερωτήσεις της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής Έλλης Παπαγαπίου ο κ. Σταύρου αναφέρθηκε σε εισηγητικό σημείωμα του γραφείου του προς την Τράπεζα στο οποίο περιλαμβάνεται η πρόταση προς τη Διεύθυνση να διεξάγει πιο συχνούς ελέγχους και συγκεκριμένα ανά τριμηνία για την απομείωση της υπεραξίας των εργασιών στην Ελλάδα.
Προτείναμε στη Διεύθυνση μέσω του report μας για το τέλος του χρόνου για το 2010 όπως ο έλεγχος της απομείωσης να γίνεται σε τριμηνιαία βάση λόγω της αβεβαιότητας που προέκυπτε περισσότερο στην ελληνική οικονομία, είπε ο μάρτυρας.
Γενικά, πρόσθεσε, η κατάσταση στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του χρόνου χειροτέρευε μήνα με τον μήνα και ως ελεγκτές θεωρούσαμε ότι ήταν φρόνιμο να γίνει ένας πιο τακτικός έλεγχος της υπεραξίας από μια φορά το χρόνο. Με τη θέση αυτή συμφωνούσαν και οι PwC, ανέφερε.
Σε άλλες ερωτήσεις εξήγησε ότι η υπεραξία καθορίζεται όταν υπάρχει συνένωση, συγχώνευση ή εξαγορά στον ισολογισμό της εταιρείας. Σε ερώτηση για τον όρο “value in use” o κ. Σταύρου είπε ότι πρόκειται για μια εκτίμηση της χρήσης αυτού του περιουσιακού στοιχείου που δείχνει τι ταμειακές ροές αναμένω να έχω στο μέλλον χρησιμοποιώντας σημερινές αξίες.
Αν το ‘value in use’ είναι πιο χαμηλό από την αξία η οποία αναγνωρίστηκε κατά την συνένωση τότε υπάρχει απομείωση, διευκρίνισε.
Σε ερώτηση ποιος αποφασίζει πότε να διενεργήσει έλεγχο για την απομείωση της υπεραξίας απάντησε ότι είναι θέμα της Διεύθυνσης να ορίσει μια φορά το χρόνο. Με βάση το διεθνές λογιστικό πρότυπο ο έλεγχος πρέπει να γίνεται μια φορά το χρόνο, εκτός αν υπάρχει κάποια ένδειξη για να γίνει πιο συχνά, πρόσθεσε.
Κληθείς να πει ποιος είναι ο λόγος που πρέπει να γνωστοποιηθεί η απομείωση απάντησε ότι θα πρέπει να γνωστοποιηθεί προς τους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων, δηλαδή τους μετόχους, τους αναλυτές, τους ενδεχόμενους μετόχους.
Ο κ. Σταύρου είπε επίσης ότι οι θεσμικοί, ‘educated’ (μορφωμένοι) επενδυτές αναγνωρίζουν τη σημασία της υπεραξίας, μπορούν να αξιολογήσουν ότι δεν επηρεάζει την κεφαλαιακή επάρκεια της τράπεζας ή τη δυνατότητα της να αντλήσει ρευστότητα.
Σε ερώτηση αν θεωρείται ως θετική ή αρνητική εικόνα απάντησε ότι θεωρείται αρνητική εικόνα.
Σε ερώτηση αν εφόσον θεωρείται αρνητική η απομείωση αυτό μπορεί να επηρεάσει στην εξεύρεση καινούριων επενδυτών, ο μάρτυρας απάντησε ότι γενικά μια αρνητική θέση, μια αρνητικά εικόνα που μπορεί να προκύψει και από το goodwill (υπεραξία) μπορεί να επηρεάσει έναν επενδυτή ως προς την κρίση της διεύθυνσης να αγοράζει περιουσιακά στοιχεία και να επενδύει.
Σε ερώτηση για το ρόλο των εξωτερικών ελεγκτών είπε ότι ήταν να εκφράζουμε την άποψή μας κατά πόσο οι οικονομικές καταστάσεις ήταν ‘true & fair’ (αληθείς & δίκαιες), όπως προνοούν τα διεθνή πρότυπα και η σχετική νομοθεσία.

Σε ερώτηση με ποιους συνεργαζόταν το γραφείο απάντησε ότι ερχόμασταν σε επαφή με την οικονομική διεύθυνση και την επιτροπή ελέγχου. Επίσης με το Risk Management (Τμήμα Διαχείρισης Κινδύνων) της Τράπεζας και με το Διευθύνων Σύμβουλο.
Οι κατηγορίες
Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού δύο κατηγορίες, η πρώτη για το αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς και η δεύτερη για το αδίκημα των ψευδών ή παραπλανητικών στοιχείων και πληροφοριών ή απόκρυψης.