Γρήγορης Αυξεντίου: Το ολοκαύτωμα τ...

Τέλειωσαν πια τα ψέματα – δικά μας και ξένα

Η φωτιά η παντάνασσα πλησιάζει. Δεν μπορείς πια

Να ξεχωρίσεις αν καίγεται σκοίνος ή φτέρη ή θυμάρι. Η φωτιά πλησιάζει.

Κι  όμως πρέπει να προφτάσω να ξεχωρίσω,

Να δω, να υπολογίσω, να σκεφτώ – ( για ποιόν; Για μένα;

Για τους άλλους; ) Πρέπει.

Μου χρειάζεται πριν απ’ το θάνατό μου μια ύστατη γνώση, η γνώση του θανάτου μου, για να μπορέσω να πεθάνω. (Γ. Ρίτσος- Αποχαιρετισμός)

61 χρόνια πριν ο Γρηγόρης Αυξεντίου θα περνούσε για πάντα στο πάνθεον των ηρώων φλεγόμενος στο κρησφύγετο του.   Όντας δεύτερος στην ιεραρχία της οργάνωσης, όρκισε πολλούς νέους αγωνιστές στο όραμα της ελευθερίας και της Ένωσης με την Ελλάδα πριν δολοφονηθεί άνανδρα από τους Άγγλους σε μάχη που δόθηκε κοντά στο Μοναστήρι Μαχαιρά.

Γνωστός με το ψευδώνυμο «Ζήδρος», «Ρήγας», «Αίαντας», «Άρης», «Μάστρος», «Ανταίος» και «Ζώτος» αποτελούσε το φόβο και τον τρόμο των Βρετανών και γι αυτό πρόσφεραν τεράστια ποσά για την προδοσία του. Την προδοσία που έμελλε να σφραγίσει πολλά από τα όνειρα των Ε/κ.

Γέννηση

Ο Αυξεντίου γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου του 1928 στο χωριό Λύση. Γονείς του ήταν ο Πιερής και η Αντωνία Αυξεντίου. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και  πήγε στην Ελλάδα με σκοπό να σπουδάσει στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.

Κατατάγηκε  στον Ελληνικό στρατό, αφού απέτυχε στις εξετάσεις της σχολής Ευελπίδων, και φοίτησε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού. Απολύθηκε από το Στρατό ως Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Πεζικού υπηρετώντας στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα.

Επέστρεψε στην Κύπρο και αρραβωνιάστηκε λίγο καιρό πριν μυηθεί στην ΕΟΚΑ.

Με βοήθεια του ξαδέλφου του Γρηγόρη Γρηγορά, γνωστού και ως «Νταβέλη» μυήθηκε στην ΕΟΚΑ και συναντήθηκε με τον ίδιο το Γρίβα στον οποίο έδωσε το λόγο της Στρατιωτικής του Τιμής, αφού ως στρατιωτικός δεν χρειαζόταν να ορκιστεί με τον καθιερωμένο όρκο.

Λόγω των ικανοτήτων του, πήρε τη θέση του υπαρχηγού της Ε.Ο.Κ.Α. ενώ υπηρέτησε και ως Τομεάρχης Αμμοχώστου-Βαρωσίων στις αρχές του Αγώνα.

Την 1η Απριλίου 1955 καταζητήθηκε από τους Άγγλους για τη συμμετοχή του στον Αγώνα και μετατέθηκε στην επαρχία Κερύνειας, όπου υπηρέτησε ως τομεάρχης της ΕΟΚΑ μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1955. Από τον Δεκέμβριο του 1955 διετέλεσε τομεάρχης Πιτσιλιάς, μέχρι τις 3 Μαρτίου του 1957 που προδόθηκε κα δολοφονήθηκε.

Το κρησφύγετο στην Πιτσιλιά

Το σημαντικότερο κρησφύγετο του Γρηγόρη βρισκόταν στο Παλαιχώρι, δίπλα από την Εκκλησία της Παναγίας Χρυσοπαντάνασσας, στο υπόγειο του σπιτιού του Ανδρέα και της Μαρίτσας Καραολή και φτιάχτηκε από τους Γεώργιο Μάτση, Λεωνίδα Στεφανίδη και Αντώνη Παπαδόπουλο σε συνεργασία με τον Ανδρέα Καραολή και το Σπύρο Μιχαηλίδη.

Η προδοσία και το τέλος

Στις 3 Μαρτίου του 1957, μετά από προδοσία γνωστού ριψάσπιδα της περιοχής ο οποίος μετέβη μετά οικογενειακώς στην Αγγλία για να εξαργυρώσει τα λάφυρα του,  οι Άγγλοι, πληροφορήθηκαν το κρησφύγετό του κοντά στο Μαχαιρά.

Το περικύκλωσαν από ξηράς και αέρος και μετά  από πολύωρη μάχη και αφού σκότωσε δεκάδες Άγγλους πάρθηκε η απόφαση: Να τον κάψουν ζωντανό.

 Έριξαν βενζίνη, λοιπόν, στο κρησφύγετο και τον έκαψαν ζωντανό.

 Το καμένο σώμα του θάφτηκε στις 4 Μαρτίου στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας από τους Άγγλους στρατιώτες.

Ο τότε ανταποκριτής του Associated press Άλεξ Ευθυβούλου μετέδωσε ότι o Γρηγόρης από τις 4.30 π.μ μέχρι τις 2.00 μ.μ  βρισκόταν στο κρησφύγετο ανταλλάζοντας πυρά μαζί με τους Άγγλους. Πριν φονευθεί ο Γρηγόρης Αυξεντίου έριξε 1000 σφαίρες και αρκετές χειροβομβίδες  σκοτώνοντας 47 στρατιώτες.

Όταν η φωτιά έσβησε ο Γρηγόρης Αυξεντίου πέρασε για πάντα στην ιστορία…

«Ο πατέρας θα με γνωρίσει στο νεκροτομείο απ’ τις χοντρές ελληνικές κοκάλες μου, όμοιες με τις δικές του, κι απ’ το σταυρό της πατρίδας πούχα φυλαχτάρι μες στις τρίχες του κόρφου μου. Μιλάω για μένα σα νάμαι ερωτευμένος με τα μένα, σα νάναι η Ρωμιοσύνη ερωτευμένη με τα μένα. Συχωράτε με.

Εσείς μου το δώσατε τούτο το δικαίωμα. Ευχαριστώ.

Εσείς, κ’ η αγάπη μας, κι ο θάνατός μου. Το ξέρω, ως και κείνος που πήρε τα 5.000 αργύρια θα πιει κάποιο βραδάκι ένα ποτήρι στην υγειά μου σε μια ταβέρνα της Πάφος και θ’ απογείρει να κλάψει μέσα στο ποτήρι του,

Γιατί ήμουνα φίλος καλός

κ’ ίσως να γίνει φίλος μας κι αυτός μια μέρα.» (Γ. Ρίτσος)