Το όνομα του Μαρίνου Αντύπα εδώ και έναν αιώνα παραμένει συνυφασμένο με τη λαϊκή εξέγερση, το ξεσηκωμό και την ανάγκη για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη.
Ο Μαρίνος Αντύπας γεννήθηκε το 1872 στην Κεφαλονιά και από τα μαθητικά του χρόνια ήρθε σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες που τότε άρχιζαν να εμφανίζονται στην Ευρώπη.

Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και το 1905 συνελήφθηκε και φυλακίστηκε αφού κατήγγειλε δημόσια τα Ανάκτορα για προδοσία. Συγκεκριμένα, οργάνωσε το συλλαλητήριο της 14ης Σεπτεμβρίου 1897 στην Πλατεία Ομονοίας καταγγέλλοντας το λ ρόλο μελών της βασιλικής οικογένειας και των Μεγάλων Δυνάμεων στην έκβαση του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Ένα χρόνο μετά, συνελήφθη και φυλακίστηκε για δεύτερη φορά, ως ηθικός αυτουργός στην απόπειρα δολοφονίας του βασιλιά Γεωργίου Α΄.

Μόλις αποφυλακίστηκε, επέστρεψε στην Κεφαλονιά όπου και εξέδωσε τη σοσιαλιστική εφημερίδα “Ανάστασις”, μέσα από τις σελίδες της οποίας έκανε αναφορά στην άρχουσα τάξη και προωθούσε τις σοσιαλιστικές ιδέες. Η κυκλοφορία της εφημερίδας διακόπηκε εξαιτίας όταν ο Αντύπας δημοσίευσε ένα άρθρο μέσα από το οποίο καταφερόταν εναντίον της πολιτικής και δικαστικής εξουσίας τους οποίους θεωρούσε ως υπεύθυνους της ήττας του 1897
Το 1906 ο Αντύπας αφού έχει ήδη αποτύχει στις εκλογές ως υποψήφιος βουλευτής μετακομίζει στη Θεσσαλία όπου αναλαμβάνει επιστάτης στα κτήματα του θείου του. Εκεί προσπαθεί να εφαρμόσει προοδευτικά μέτρα όπως την αργία της Κυριακής, την αύξηση της αμοιβής των κολίγων και την παραγραφή των χρεών τους.

Μετά τη στάση του αυτή ο Μαρίνος Αντύπας έρχεται σε αντιπαράθεση με τους τσιφλικάδες και κυρίως με έναν άλλο επιστάτη ο οποίος έμελλε και να τον δολοφονήσει.
Παράλληλα, ο Αντύπας, αρχίζει να μιλά στους αγρότες για οκτάωρο και εργασιακά δικαιώματα, απαιτεί σχολεία για τα φτωχά παιδιά, δρόμους, σπίτια και γιατρούς για όλους.
Η σταγόνα, όμως, που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν το γεγονός ότι ξεσήκωνε τους αγρότες να διεκδικήσουν την αναδιανομή της γης των τσιφλικάδων. Κάτι που δεν είχε τεθεί ποτέ ξανά μετά την Τουρκοκρατία.
Οι αγρότες πλέον άρχιζαν να ξυπνούν και αυτό δεν άρεσε στους τσιφλικάδες οι οποίοι έβλεπαν ότι ο Αντύπας τους ξεσήκωνε κατά των συνθηκών εργασίας τους αλλά κυρίως γιατί θα άρχιζαν να διεκδικούν τη γη που παράνομα κατείχαν οι λίγοι και πρώην συνεργάτες των Οθωμανών που αποτελούσαν την κάστα των κοτζαμπάσηδων με όλα τα δεινά που προκάλεσαν στον ελληνισμό.

Η δολοφονία του Μαρίνου Αντύπα
Ο Μαρίνος Αντύπας έμενε στο ίδιο οίκημα με τον επιστάτη και φερέφωνο των τσιφλικάδων Ιωάννη Κυριάκο, ο οποίος ακολουθώντας εντολές τον έβγαλε από τη μέση…
Στις 7 Μαρτίου 1907, ο Αντύπας έφτασε στο κονάκι των επιστατών αλλά όταν προσπάθησε να ανέβει στο δωμάτιο του αντιλήφθηκε ότι ο Κυριάκος είχε κλειδώσει την πόρτα του διαδρόμου εμποδίζοντας τον ν’ ανέβει στο δωμάτιό του.
Το επόμενο βράδυ, ο Αντύπας αφού βρήκε και πάλι την πόρτα κλειστή ενεπλάκη σε έντονο φραστικό επεισόδιο με τον Κυριακό ο οποίος άρπαξε την καραμπίνα του και τον πυροβόλησε εις διπλούν.
Ο Αντύπας ξεψύχησε λίγη ώρα αργότερα στα χέρια του ξαδέρφου του, Παναγιώτη Σκιαδαρέση. Τα τελευταία του λόγια ήταν και η παρακαταθήκη του για τους αγρότες: “Ελευθερία, ισότης, αδελφότης”…

Συγκάλυψη του φόνου
Αμέσως μετά το φονικό, ο αστυνόμος όντας συνεννοημένος με τους τσιφλικάδες στέλνει τηλεγράφημα στις Αρχές ότι ο Αντύπας δολοφονήθηκε από αμυνόμενο.
Το πόρισμα των αστυνομικών αρχών αστυνομικές ανέφερε ότι ο Aντύπας χτύπησε πρώτος κι ότι ο δολοφόνος ήταν σε νόμιμη άμυνα με αποτέλεσμα να αθωωθεί.
Η είδηση, όμως, για τη δολοφονία ξεσήκωσε όλους τους αγρότες ενώ η σορός του Αντύπα μεταφέρθηκε στη Λάρισα, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα και αποτέλεσε την αρχή για τις μεγαλύτερες διεκδικήσεις από τους αγρότες στην Ελλάδα μέχρι τη νομοθετική ρύθμιση που διαμοίρασε τη γη των τσιφλικάδων.