Κάπνισμα: Οι γυναίκες έχουν περισσό...

Σύμφωνα με μια νέα μελέτη από την Αμερικανική Εταιρεία Καρκίνου και το Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου, που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη στο New England Journal of Medicine, οι γυναίκες έχουν περισσότερες πιθανότητες να πάθουν καρκίνο του πνεύμονα από τους άνδρες.

Ιστορικά, οι άνδρες είχαν υψηλότερο ποσοστό καρκίνου του πνεύμονα, που οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στους περισσότερους άνδρες να είναι καπνιστές τσιγάρων. Κατά τη δεκαετία του '90, μεταξύ του 1995 και του 1999, ο αριθμός των περιπτώσεων καρκίνου του πνεύμονα ανά 100.000 γυναίκες ετησίως ήταν 26% χαμηλότερος από ό, τι για τους άνδρες. Η ίδια ηλικιακή ομάδα, 44 έως 49, είδε μια αλλαγή που ξεκίνησε το 2010: η συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του πνεύμονα ήταν ξαφνικά 8% υψηλότερη στις γυναίκες από τους άνδρες.

Πριν αρχίσετε να ανησυχείτε, ωστόσο, το συνολικό ποσοστό καρκίνου του πνεύμονα έχει μειωθεί στην πραγματικότητα και στις δύο ομάδες. Η διαφορά είναι ότι οι μειώσεις ήταν πιο έντονες στους άνδρες παρά στις γυναίκες. 

Σύμφωνα με την έρευνα ένα σενάριο επικρατεί γιατί συμβαίνει αυτό. Ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του πνεύμονα μειώνεται μετά την διακοπή του καπνίσματος: κατά 25% τα πρώτα πέντε χρόνια, 50% μετά από δέκα και έως 90% μετά από περισσότερα από 20 χρόνια μη καπνίσματος. Αλλά ο κίνδυνος για έναν τύπο καρκίνου του πνεύμονα, το αδενοκαρκίνωμα, πέφτει πιο αργά από τους άλλους τύπου καρκίνου του πνεύμονα και οι γυναίκες έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν αδενοκαρκίνωμα από τους άνδρες.

Περίπου το 10% των ανδρών και το 15% των γυναικών που αναπτύσσουν καρκίνο του πνεύμονα δεν είναι καπνιστές πράγμα που σημαίνει ότι είναι επίσης πιθανό οι γυναίκες να είναι πιο ευάλωτες σε καρκίνο του πνεύμονα που δεν σχετίζεται με το κάπνισμα, αναφέρει η Buzzfeed.

Οι ερευνητές εξέτασαν στοιχεία σε εθνικό επίπεδο σχετικά με τη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του πνεύμονα ανάλογα με το φύλο, τη φυλή, την ηλικία, το έτος διάγνωσης και το έτος γέννησης. Αυτό περιλάμβανε όλες τις περιπτώσεις επεμβατικού καρκίνου του πνεύμονα που διαγνώστηκε σε άτομα ηλικίας 30 έως 54 ετών από το 1995 έως το 2014 σε 46 κράτη και την Ουάσινγκτον, D.C.