Μισθοί VS Τιμές: Ποια η κατάσταση σ...

Η πραγματική ατομική κατανάλωση (AIC) είναι μέτρο της υλικής ευημερίας των νοικοκυριών και δείχνει την πραγματική δυνατότητα για ατομική κατανάλωση ανά κάτοικο. Στην Κύπρο,  για ακόμα μια χρονιά , η δυνατότητα ατομικής κατανάλωσης των κατοίκων της κυμάνθηκε κάτω από το όριο της Ε.Ε. και συγκεκριμένα κάτω από το κατά κεφαλήν ευρωπαϊκό ΑΕΠ.

Την ίδια στιγμή μισθολογικά οι πολίτες που εργάζονται στην Κύπρο φαίνεται να είναι στο μέσον της κλίμακας αφού ο κατώτατος  μισθός δεν μπορεί να τους παρέχει τα βασικά αγαθά.

Όπως είδαμε και σε προηγούμενο ρεπορτάζ η αγορά στην Κύπρο παρουσιάζει τεράστιες αυξομειώσεις με αποτέλεσμα αρκετά προϊόντα και υπηρεσίες να παίρνουν την ανιούσα τη στιγμή που άλλα παραμένουν σε πιο ανεκτά επίπεδα.

Τι γίνεται στην Κύπρο και στην Ευρώπη

Δέκα κράτη μέλη κατέγραψαν κατά κεφαλήν ΑΕΠ άνω του μέσου όρου της ΕΕ το 2017. Το υψηλότερο επίπεδο στην ΕΕ καταγράφηκε στο Λουξεμβούργο με  30% πάνω από το μέσο όρο της ΕΕ. Η Γερμανία και η Αυστρία ήταν περίπου 20% υψηλότερα, ενώ ακολούθησαν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Φινλανδία, το Βέλγιο, η Δανία, οι Κάτω Χώρες, η Γαλλία και η Σουηδία, που κατέγραψαν επίπεδα μεταξύ 9% και 14% υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ για δώδεκα κράτη μέλη κυμαίνεται μεταξύ του μέσου όρου της ΕΕ και κάτω του 25% κάτω. Στην Ιταλία, την  Ιρλανδία και την Κύπρο τα επίπεδα ήταν 10%  λιγότερα από το μέσο όρο της ΕΕ, ενώ στην Ισπανία, τη Λιθουανία, την Πορτογαλία και την Τσεχική Δημοκρατία ήταν μεταξύ 10% και 20% χαμηλότερα.

Μάλτα, Ελλάδα, Σλοβενία, Πολωνία και Σλοβακία ήταν μεταξύ 20% και 25% κάτω από το μέσο όρο.

Έξι κράτη μέλη κατέγραψαν κατά κεφαλήν ΑΕΠ περίπου 30% ή και περισσότερο κάτω από το μέσο όρο της ΕΕ.  Η Εσθονία και η  Ρουμανία ήταν περίπου 30% χαμηλότερη, ενώ η Ουγγαρία και η Κροατία κάτω από 40% από το μέσο όρο της ΕΕ. Ταυτόχρονα, η  Βουλγαρία ήταν κατά 45% χαμηλότερη.

Μισθοί

Ο κατώτατος μισθός στην Κύπρο- για ‘όσους δεν εργάζονται με το καθεστώς της ημιαπασχόλησης (που προτιμάται από τους εργοδότες για οικονομικούς λόγους- είναι τα €870. Αριθμός που μας κατατάσσει στη μεσαία ομάδα μισθολογικής  δυναμικής.

Σύμφωνα με στοιχεία της Ε.Ε. για το 2017 υπάρχουν τρεις μισθολογικές ομάδες:

  • Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει χώρες των οποίων οι εθνικοί κατώτατοι μισθοί ήταν χαμηλότεροι από 500 EUR το μήνα τον Ιανουάριο του 2017. Τα κράτη μέλη της ΕΕ που περιλαμβάνονταν σε αυτή την ομάδα ήταν τα ακόλουθα: Βουλγαρία, Ρουμανία, Λετονία, Λιθουανία, Τσεχική Δημοκρατία, Ουγγαρία, Κροατία, Σλοβακία, Πολωνία και Εσθονία· οι εθνικοί κατώτατοι μισθοί τους κυμαίνονταν από 235 EUR στη Βουλγαρία έως 470 EUR στην Εσθονία.
  • Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει χώρες των οποίων οι εθνικοί κατώτατοι μισθοί ήταν υψηλότεροι από 500 EUR αλλά χαμηλότεροι από 1 000 EUR το μήνα τον Ιανουάριο του 2017. Τα κράτη μέλη της ΕΕ που περιλαμβάνονταν σε αυτή την ομάδα ήταν τα ακόλουθα: Πορτογαλία, Ελλάδα, Μάλτα, Σλοβενία και Ισπανία· οι εθνικοί κατώτατοι μισθοί τους κυμαίνονταν από 650 EUR στην Πορτογαλία έως 826 EUR στην Ισπανία.
  • Η τρίτη ομάδα περιλαμβάνει χώρες των οποίων οι εθνικοί κατώτατοι μισθοί ήταν υψηλότεροι από 1 000 EUR το μήνα τον Ιανουάριο του 2017. Τα κράτη μέλη της ΕΕ που περιλαμβάνονταν σε αυτή την ομάδα ήταν τα ακόλουθα: Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο, Κάτω Χώρες, Ιρλανδία και Λουξεμβούργο· οι εθνικοί κατώτατοι μισθοί τους κυμαίνονταν από 1 397 EUR στο Ηνωμένο Βασίλειο έως 1 999 EUR στο Λουξεμβούργο.

Αξίζει, όμως, να αναφερθεί ότι οι χώρες στην πρώτη ομάδα με σχετικά χαμηλούς κατώτατους μισθούς σε ευρώ έχουν χαμηλότερα επίπεδα τιμών και, συνεπώς, σχετικά υψηλότερους κατώτατους μισθούς όταν αυτοί εκφράζονται σε μονάδες αγοραστικής δύναμης .

Από την άλλη πλευρά, τα κράτη μέλη της τρίτης ομάδας, με σχετικά υψηλούς κατώτατους μισθούς σε ευρώ, τείνουν να έχουν υψηλότερα επίπεδα τιμών, και, ως εκ τούτου, οι κατώτατοι μισθοί τους σε ΜΑΔ είναι συχνά χαμηλότεροι.

Τι ίσχυε το 2016

Το 2016 ήταν μια τραγική οικονομική χρονιά για την Κύπρο, αφού το ¼ των Κυπριών δεν μπορούσε να αποπληρώσει όχι μόνο τα δάνεια του αλλά και τους μηνιαίους του λογαριασμούς. Συγκεκριμένα, το 26,6% του συνολικού πληθυσμού δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καλύψει τις δόσεις του δανείου του για την πρώτη κατοικία ή να καλύψει το ενοίκιο του και τους λογαριασμούς του.