Σαραντα τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την αποφράδα ημέρα της Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.
Τι κι αν πέρασαν τα χρόνια, οι πληγές είναι ακόμη ανοιχτές και ματώνουν στις μαύρες για το νησί μας επετείους.
Άνθρωποι σκυφτοί, βουβοί, με ένα κενό βλέμμα. Αν κοιτάξεις γύρω σου σήμερα, σίγουρα θα τους βρεις. Είναι αυτοί που τα έζησαν, αυτοί που ξαναζούν τον εφιάλτη ακούγοντας τις σειρήνες της θύμησης που σαν αλλες ερινύες τους γυρνούν πίσω στον χρόνο και ξαναγίνονται νέοι, παιδιά. Είναι ίσως η μητέρα σου, ο πατέρας σου, οι συγγενείς σου. Αυτοί που είδαν μπροστά τους να γράφεται με τα πιο μελανά χρώματα η ιστορία του τόπου τους.
Αυτοί οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι, κουβαλούν τις δικές τους πληγές, τις δικές τους απώλειες. Αυτοί που τέτοια μέρα, γίνονται “αγρίμια”.

Πέτρος
Ο Πέτρος, ετών 15, ξυπνά αλαφιασμένος. Η φωνή της μάνας ή καλύτερα η κραυγή, τον αναστατώνει. Τον ξυπνάει. “Σήκου, ήρταν οι Τούρτζοι, πάμε να φύουμε”. Ούτε κατάλαβε τί γινόταν. Στο σπίτι επικρατούσε πανικός. Όλοι έτρεχαν να μαζέψουν ότι μπορούσαν για να φύγουν. Να προλάβουν. Να γλιτώσουν απ΄ το κακό. Ο πατέρας επιστρατεύτηκε όπως και κάποια από τα αδέλφια του. Ο Πέτρος έμεινε μαζί με τη μητέρα και τις αδελφές του. Η οικογένεια στον δρόμο της διαφυγής χωρίζεται. Εκείνος έμεινε με τη μητέρα και ακόμη μια αδελφή του. Δυστυχώς γι΄ αυτούς, στον δρόμο τους συνάντησαν τον Αττίλα. Το αίμα του πάγωσε. Πήρε στην αγκαλιά του τη μητέρα και την αδελφή του. Ένιωσε ότι έπρεπε να τις προστατέψει. Οι Τούρκοι τους ανέβασαν σε οχήματα του στρατού και τους έκαναν νεύμα “Θα σας σφάξουμε”. Αυτά τα χιλιόμετρα που διένυσαν του φάνηκαν μια ζωή. Τρομοκρατημένος, προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα του, ήθελε να φανεί άντρας. Ήθελε να είναι ο δυνατός. Για καλή τους τυχη, το όχημα σταματά απότομα. Τα Ηνωμένα Έθνη βρέθηκαν στο διάβα τους. Έτσι γλίτωσαν. Εκείνη ήταν και η τελευταία φορά που ο Πέτρος, είδε το σπίτι του. Η τελευταία φορά που περπάτησε στα δρομάκια της Κερύνειας. Σήμερα, αρνείται πεισματικά να επισκεφθεί το χωριό του. Περιμένει καρτερικά… να φύγουν! Μόνο τότε θα αναγεννηθεί και σαν 15χρονος ξανά θα παίξει κρυφτό και θα κάνει τις βουτιές του στην αγαπημένη θάλασσα του. Αυτη της Κερύνειας.

Βασιλική
Εδώ και μέρες παρατηρούσε περίεργα πράγματα. Καταστήματα Τουρκοκυπρίων να βάζουν λουκέτο και το βλέμμα των άλλοτε φιλικών της γειτόνων να αλλάζει. Η Βασιλική ζούσε με την οικογένειά σε μικτό χωριό, όπου Ε/κ και Τ/κ ζούσαν αρμονικά. Εκείνες οι μέρες ωστόσο ήταν αλλιώτικες. Τη μαύρη μέρα της εισβολής, κατάλαβε, όπως μου αφηγήθηκε. “Γλιτώσαμε την τελευταία στιγμή”. Έφυγαν τελευταίοι απ΄ το χωριό. Ο άντρας της, σίγουρος ότι θα επέστρεφε στο χωριό του, πήρε μόνο την τηλεόραση για να βλέπουν τις ειδήσεις. Τα άφησαν όλα εκεί. “Εν έκλεισα ούτε την πόρτα”. Επιβιβάστηκαν στο Mini. Έξι άτομα. Οι βόμβες έπεφταν ακριβώς πίσω τους. Ο Θεός τους λυπήθηκε. Ο δρόμος τους έβγαλε στην Ξυλοτύμπου. Εκεί βρήκαν μια οικογένεια που τους φιλοξένησε. Μετά έμειναν στα αντίσκηνα. Ο άντρας της, μετρούσε τις μέρες να επιστρέψει πίσω. Δεν επέστρεψε ποτέ κανείς. Την τηλεόραση, το μόνο που του απέμεινε από το σπίτι του, την φύλαξε προσεκτικά στο καινούριο του πλέον σπίτι στον Συνοικισμό. Ήταν ό,τι πιο πολύτιμο είχε. Ήταν ότι του απέμεινε. Μέχρι σήμερα την έχει φυλαγμένη. Δεν την άνοιξε ποτέ. Δεν ήθελε “να του σπάσει”. Εκεί μέσα, ήταν η μισή του ζωή. Μέσα σε ένα χάρτινο κουτί.
Το χωριό του δεν υπάρχει πια. Είναι στρατόπεδο.
*Σε εσάς που ακόμη περιμένετε, που ακόμη πιστεύετε. Σε εσάς που είστε χαραγμένοι στη ψυχή μου.