Η Νομική Υπηρεσία προχωρει ε έφεση της απόφασης του Μόνιμου Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λευκωσία να απαλλάξει και αθωώσει δυο κατηγορούμενους σε υπόθεση ναρκωτικών λόγω έλλειψης των τεκμηρίων τα οποία κάηκαν από την πυρκαγιά του περασμένου Φεβρουαρίου στο κτήριο 4 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
Σύμφωνα με την Νομική Υπηρεσία, σ η προαναφερθείσα καταστροφή των τεκμηρίων, υπό τις περιστάσεις και τον χρόνο κατά τον οποίο επήλθε, αλλά και ενόψει του συνόλου της μαρτυρίας και των λοιπών δεδομένων της υπόθεσης, δεν επηρέασε τα δικαιώματα των κατηγορούμενων ή τη γραμμή της υπεράσπισης.
Δεν φρουρούνται τα τεκμήρια
Με αφορμή τα πιο πάνω, η Νομική Υπηρεσία αναφέρει ότι μέχρι και σήμερα, δηλαδή μετά την πάροδο έξι σχεδόν μηνών, καμία ενέργεια έλαβε χώρα για τη φρούρηση και έλεγχο των κτηριακών εγκαταστάσεων των Δικαστηρίων - και ειδικότερα των Ποινικών Δικαστηρίων - ώστε να παρέχεται η απαιτούμενη ασφάλεια των κατατιθεμένων τεκμηρίων και να εξασφαλίζεται η προστασία των προσώπων που εισέρχονται σε αυτά.
Την ίδια ώρα κομμτικές αντιδράσεις προκάλεσε η είδηση ότι το Μόνιμο Κακουργιοδικείο που συνεδριάζει στη Λευκωσία απάλλαξε και αθώωσε δυο κατηγορούμενους σε υπόθεση ναρκωτικών λόγω έλλειψης των τεκμηρίων τα οποία κάηκαν από την πυρκαγιά του περασμένου Φεβρουαρίου στο κτήριο 4 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
Συγκεκριμένα, το ΑΚΕΛ χαρακτηρίζει κόλαφο για το Υπουργείο Δικαιοσύνης την απόφαση και ζητεί εξηγήσεις. Σύμφωνα με το ΑΚΕΛ: «η ανησυχία μας δεν εστιάζεται μόνο στο γεγονός ότι χάθηκε μια σοβαρή υπόθεση που αφορούσε εμπορία ναρκωτικών, αλλά και στον υπαρκτό κίνδυνο η εκ των πραγμάτων σωστή απόφαση του Κακουργιοδικείου να αποτελέσει προηγούμενο, συμπαρασύροντας και οδηγώντας σε κατάρρευση και άλλες ποινικές υποθέσεις».
Παράλληλα, η ΕΔΕΚ σε δική της ανακοίνωση, θέλει ενδελεχή έρευνα για το συμβάν. Η ΕΔΕΚ διερωτάται εάν «επρόκειτο για ένα τυχαίο γεγονός ή εάν ήταν σκόπιμη η καταστροφή τεκμηρίων. Την ίδια στιγμή θα πρέπει να εξεταστεί για ποιο λόγο δεν είχαν ληφθεί σοβαρά μέτρα προστασίας και σε ποιο βαθμό λαμβάνονται σήμερα μέτρα στο χώρο του Δικαστηρίου Λευκωσίας, από τη στιγμή που φυλάσσονται εκεί σημαντικά τεκμήρια».
Το Κακουργιοδικείο αποφάνθηκε ότι η έλλειψη των τεκμηρίων και του μαρτυρικού υλικού έφερε σε πλεονεκτική θέση την Κατηγορούσα Αρχή που είχε την ευκαιρία να μελετήσει το μαρτυρικό υλικό εν αντιθέση με την υπεράσπιση που έχασε αυτό το πλεονέκτημα.
Ο δικηγόρος των κατηγορουμένων, Ευάγγελος Πουργουρίδης, υποστήριξε στο δικαστήριο ότι ο ένας εκ των κατηγορουμένων ανέμενε ότι με τη βοήθεια των εμπειρογνωμόνων που ο ίδιος θα διόριζε, θα μπορούσε να προωθήσει την υπεράσπιση του, κάτι το οποίο δεν μπόρεσε να πράξει λόγω της καταστροφής των τεκμηρίων, γεγονός το οποίο τον έθεσε σε μεγάλη δυσμένεια και είχε ως αποτέλεσμα αυτός να μην έχει τύχει δίκαιης δίκης.
Το Κακουργιοδικείο ανέφερε ότι κάποια από τα βασικά τεκμήρια της υπόθεσης όπως τηλέφωνα και η άσπρη σκόνη που θεωρείτο ως η κοκαϊνη κάηκαν με συνέπεια να μην είναι εφικτό να εξεταστούν και να παρουσιαστούν στη δίκη.
Γενικότερα, το Κακουργιοδικείο αποφάνθηκε ότι τα δεδομένα στέρησαν από τους δυο κατηγορούμενους το δικαίωμα της δίκαιης δίκης και επηρεάστηκε δυσμενώς η υπερασπιστική τους γραμμή.
Τα γεγονότα
Κατηγορούμενοι στην υπόθεση ήταν δυο πρόσωπα στη Λεμεσό στις 13 Απριλίου 2016 σε αγροτικό τεμάχιο στον Ύψωνα και απαγγέλθηκαν κατηγορίες που αφορούν: Την κατοχή με σκοπό την προμήθεια εφτά κιλών κοκαΐνης, την κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια πέντε κιλών κάνναβης, την κατοχή εκρηκτικών υλών και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.Η υπόθεση εκδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, το οποίο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 4/6/18, αποφάνθηκε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και κλήθηκαν σε απολογία. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση υπήρχε τρίτος κατηγορούμενος ο οποίος παραδέχτηκε ενοχή, αλλά εν αναμονή της δίκης του απεβίωσε.