Τα Κόκκινα ήταν τουρκοκυπριακός θύλακας και οι Τουρκοκύπριοι τα χρησιμοποιούσαν για λαθραίες εισαγωγές όπλων και στρατιωτών στην Κύπρο από την Τουρκία. Αρχές Αυγούστου δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς επιτέθηκαν στον θύλακα με διαταγή του Γρίβα. Η ενέργεια αυτή ήταν αμφιλεγόμενη, διότι ταυτόχρονα διεξάγονταν διαπραγματεύσεις για το σχέδιο Άτσεσον. Η Τουρκία αντέδρασε βίαια βομβαρδίζοντας τις ελληνοκυπριακές θέσεις και τα χωριά με βόμβες ναπάλμ. Από τους βομβαρδισμούς σκοτώθηκαν 55 Έλληνες (Κύπριοι και Ελλαδίτες), μεταξύ των οποίων 28 πολίτες, ενώ τραυματίστηκαν 125 (69 στρατιώτες και 56 πολίτες)
Οι συγκρούσεις άρχισαν όταν πλέον οι Τουρκοκύπριοι εκδηλώθηκαν αρνητικά στην πρόθεση της κυπριακής κυβέρνησης να αναθεωρήσει διατάξεις του Συντάγματος οι οποίες είχε αποδειχθεί στην πράξη ότι δεν ήταν λειτουργικές. Οι Τουρκοκύπριοι, εκμεταλλευόμενοι τα δυσανάλογα μεγάλα προνόμια που τους είχαν δοθεί, εμπόδιζαν τη σωστή λειτουργία του κράτους, επιδεικνύοντας πλήρη κακοπιστία.
Από τυχαία επεισόδια
Τον Δεκέμβριο του 1963, μετά από τυχαία επεισόδια, οι Τουρκοκύπριοι και η ΤΟΥΡΔΥΚ αντέδρασαν στρατιωτικά, επιλέγοντας να απομονωθούν από τους Ελληνοκυπρίους και την κυβέρνηση στην οποία συμμετείχαν και να αποσυρθούν από τις δημόσιες υπηρεσίες.Υποχρεώνοντας σε μετακίνηση μεγάλο αριθμό Τουρκοκυπρίων, οργάνωσαν δικούς τους θυλάκους στους οποίους δεν επιτρεπόταν η ελεύθερη πρόσβαση και εγκαθίδρυσαν δικές τους υπηρεσίες και αρχές.
Αιφνιδιασμένη από την ταχεία εξέλιξη των πραγμάτων, η ελληνική πλευρά δεν μπόρεσε να αντιδράσει δυναμικά, με αποτέλεσμα Τουρκοκύπριοι ένοπλοι και τμήματα της ΤΟΥΡΔΥΚ να καταλάβουν ορισμένα στρατηγικής σημασίας σημεία. Η κατάσταση, σε συνδυασμό με τις απειλές της Τουρκίας για εισβολή, έθετε σαφές θέμα άμυνας της Κύπρου. Η Ελλάδα αποφάσισε τότε να στείλει μυστικά μια μεραρχία ειδικής σύνθεσης (ΕΛΔΥΚ/Μ), ενώ στην Κύπρο, τον Απρίλιο του 1964, αποφασίστηκε η συγκρότηση στρατού, που για πολιτικούς λόγους ονομάστηκε Εθνική Φρουρά (ΕΦ).

Η μάχη της Μανσούρας
Ένα από τα σημαντικής στρατιωτικής αξίας σημεία που ήλεγχαν οι Τουρκοκύπριοι μετά την ανταρσία, ήταν και η περιοχή Μανσούρας – Λιμνίτη στην Τηλλυρία.
Ο θύλακος διέθετε έξοδο στη θάλασσα, που επέτρεπε την αφανή προσέγγιση πλωτών μέσων κατά τη νύχτα. Εκεί οι Τούρκοι μετέφεραν στρατιωτικό δυναμικό και οπλισμό, φορητά όπλα και βαρέα όπλα πεζικού. Όταν μεταφέρθηκαν αρκετές δυνάμεις, η τουρκική διοίκηση αποφάσισε να επεκτείνει τον θύλακο, που εξαιτίας της μορφολογίας του καθιστούσε τον έλεγχό του από τις κυπριακές Αρχές δυσχερή.
Στις 9 Ιουλίου, οι Τουρκοκύπριοι επέκτειναν τις θέσεις τους, καταλαμβάνοντας το ύψωμα Λωρόβουνο (669 μέτρα) που, ευρισκόμενο περί τα 4 χλμ. νότια των παραλίων, δέσποζε της περιοχής και μέχρι τότε αποτελούσε ουδέτερο έδαφος.
Έτσι άρχισαν όλα
Οι Σουηδοί κυανόκρανοι αρνήθηκαν να συνεργαστούν με τις κυπριακές Αρχές προκειμένου να επανέλθει η προηγούμενη κατάσταση, και ως μόνη λύση απέμεινε η ανάληψη δράσης από την ΕΦ. Στις 30 Ιουλίου δυνάμεις της ΕΦ αναπτύχθηκαν στην περιοχή, εξέλιξη που συνέγειρε τους Τουρκοκύπριους.
Την 1η Αυγούστου, το 206 Τάγμα Πεζικού, το ένα από τα δύο τάγματα της ΕΦ που είχαν οργανωθεί, διατάχθηκε να κινηθεί προς την περιοχή ώστε να περιορίσει την τουρκική επέκταση. Την επομένη πραγματοποιήθηκε εσπευσμένα η ορκωμοσία της 31 ΜΚ και η τελετή παράδοσης του πράσινου μπερέ, παρουσία του Στρατηγού Γρίβα. Αντί όμως οι Καταδρομείς να λάβουν -ως είθισται- άδεια, παρέμειναν στο στρατόπεδο σε κατάσταση συναγερμού. Επιταχύνοντας το πρόγραμμα, τις επόμενες δύο ημέρες οι 1ος και 2ος ΛΚ πραγματοποίησαν την πρώτη τους βολή. Στις 5 του μηνός, ενώ ο 3ος ΛΚ είχε μεταβεί στο πεδίο βολής, διατάχθηκε να επιστρέψει στο στρατόπεδο. Είχε ληφθεί διαταγή για κίνηση όλης της Μοίρας προς την Τηλλυρία.

Το μεσημέρι αναχώρησαν με επιταγμένα λεωφορεία και αργά το βράδυ έφτασαν στην περιοχή Πέζεμα Νυμφών. Από εκεί, οι καταδρομείς πορεύθηκαν μέχρι τις 04.00 της επομένης, φτάνοντας στους πρόποδες του υψώματος Ακόνι, περί τα 1.000 μέτρα ανατολικά του Λωροβούνου. Εκεί είχε εγκατασταθεί φυλάκιο του 206 ΤΠ, καθώς οι κυανόκρανοι είχαν αποσυρθεί απροειδοποίητα από το ύψωμα. Με το φως της ημέρας, η αλλαγή αυτή έγινε αντιληπτή από τον εχθρό, ο οποίος άνοιξε πυρ, με αποτέλεσμα να υπάρξει γενίκευση σε όλη τη γραμμή αντιπαράθεσης. Το απόγευμα μάλιστα αποτολμήθηκε επίθεση για την κατάληψη του υψώματος, την οποία όμως δεν δυσκολεύτηκαν να αποκρούσουν οι Εθνοφρουροί.
Η ΕΦ κινητοποιήθηκε πλέον πλήρως, με αποτέλεσμα να μετακινηθούν και άλλες δυνάμεις στην περιοχή. Η ηγεσία άρχισε να επεξεργάζεται σχέδιο επιθετικής ενέργειας προς εξάλειψη της απειλής. Την ευθύνη ανέλαβε ο διοικητής του 8ου Τακτικού Συγκροτήματος Αντισυνταγματάρχης Πλούτωνας Χουχουλής, έχοντας υπό τις διαταγές του το 12o Τακτικό Συγκρότημα, το 206 ΤΠ, την 31 ΜΚ, πυροβολαρχία Πεδινού Πυροβολικού, ουλαμό Αναγνώρισης Marmon Harrington και διμοιρία όλμων 4,2 ιντσών.
Στις αρχές Αυγούστου οι στρατιωτικές δυνάμεις που είχε αποστείλει η Ελλάδα στην Κύπρο ξεπερνούσαν τους 5.000 άνδρες. Ωστόσο, καθώς η απόφαση για δυναμική λύση ελήφθη από την κυπριακή κυβέρνηση δίχως ενημέρωση των Αθηνών, δεν ήταν δυνατή η χρήση μονάδων της ΕΛΔΥΚ/Μ. Ήταν ένα ρίσκο που ανέλαβε ο ίδιος ο Στρατηγός Γρίβας, δεδομένου ότι το επίπεδο μεταξύ των μονάδων του ΕΣ και της νεοσύστατης ΕΦ δεν μπορούσε ακόμη να συγκριθεί.
Η επίθεση εκδηλώθηκε στις 15.30 της 7ης Αυγούστου. Η οργάνωση που επικρατούσε στις ελληνικές δυνάμεις δεν ήταν η καλύτερη. Στην ουσία, τα ελληνικά τμήματα δεν κατάφεραν παρά να φτάσουν σε απόσταση αναπνοής από τις εχθρικές αντιστάσεις.
Στις 8 Αυγούστου η επίθεση συνεχίστηκε σε όλα τα μέτωπα, σημειώνοντας αργή πρόοδο. Περί τις 07.00 οι καταδρομείς ολοκλήρωσαν την κατάληψη του Λωρόβουνου. Μπορούσαν έτσι να διακρίνουν τον εχθρό που υποχωρούσε άτακτα προς τα Κόκκινα. Μέσα στον θερινό καύσωνα οι καταδρομείς προχωρούσαν. Στις 11.00, άνδρες του 1ου ΛΚ κινήθηκαν προς το χωριό Αλεύκα, προκειμένου να γίνει υδροληψία. Το χωριό είχε εγκαταλειφθεί και οι καταδρομείς, αρκετοί εκ των οποίων παρουσίαζαν συμπτώματα εξάντλησης, μπόρεσαν να ανακουφιστούν. Πέρα από το χωριό, οι καταδρομείς κινήθηκαν και κατέλαβαν το βορειοδυτικό αντέρεισμα, βορειοανατολικά των Κοκκίνων. Εκεί δέχθηκαν ισχυρά πυρά πολυβόλων και όλμων, με αποτέλεσμα να ανακόψουν την προώθησή τους.

Σε στρατιωτικό επίπεδο η όλη επιχείρηση απέτυχε, καθώς ένας γενικώς ασθενής θύλακος δεν κατέστη δυνατό να εκκαθαριστεί πλήρως. Η παρουσία της Τουρκικής Αεροπορίας είχε αποτέλεσμα την αντιστροφή των αποτελεσμάτων όσον αφορά την ψυχολογική επίδραση. Αντί να φανεί ότι η ελληνική πλευρά τηρεί δυναμική στάση και να επηρεαστεί αρνητικά το ηθικό των Τουρκοκυπρίων σε όλο το νησί, ο δυναμισμός επιδείχθηκε από τουρκικής πλευράς, χάρις στην αεροπορική επέμβαση, που καθήλωσε τις δυνάμεις της ΕΦ και εξύψωσε το ηθικό των Τουρκοκυπρίων.
Οι συνολικές απώλειες των μονάδων της Ε.Φ. ήταν 25 νεκροί και 56 τραυματίες. Από αυτές, η 31 ΜΚ θρηνούσε 3 νεκρούς και μετρούσε 6 τραυματίες – με άλλους 7 ελαφρά, οι οποίοι είχαν επιστρέψει αμέσως στην υπηρεσία.
Στις 12 Αυγούστου, η 31 ΜΚ αντικαταστάθηκε από το 216 ΤΠ. Η Μοίρα παρέμεινε στην περιοχή μέχρι τις 1 Αυγούστου, εκκαθαρίζοντας την περιοχή από παγίδες και οργανώνοντας το έδαφος.