Ο άνθρωπος που σε ηλικία μόλις έξι ετών είδε τον παππού του να δολοφονείται. Από νεαρή ηλικία γνώρισε την προσφυγιά. Είδε το σπίτι του να καίγεται. Μεγάλωσε με πυροβολισμούς και βομβαρδισμούς. Δέχτηκε την απόρριψη από προπονητές με το πρόσχημα ότι ήταν ντροπαλός. Παρ' όλα αυτά, ο Λούκα Μόντριτς έγινε ο ηγέτης της Κροατίας και την οδήγησε στην πρόκριση στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2018.
Ο Μόντριτς δε διαθέτει τατουάζ και αψεγάδιαστο χαμόγελο. Σίγουρα το ύψος του δεν θεωρείται ιδανικό. Ωστόσο, αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει είναι το εξαιρετικά διαβασμένο παιχνίδι του, η μοναδική του ικανότητα να ελέγχει το ρυθμό, η άψογη εκτέλεση, η ηγετική προσωπικότητα. Ένας χαφ πρότυπο, ο πολιτιμότερος της τριάδας που οδήγησε τη Ρεάλ Μαδρίτης στη κατάκτηση του Τσάμπιονς Λίγκ στις 26 Μαΐου (μαζί με Κροος και Κασεμίρο), το τρίτο σερί, ένα ανεπανάληπτο ρεκόρ στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ο καλύτερος μέσος της τελευταίας πενταετίας στον κόσμο. Ένας από τους καλύτερους Κροάτες παίκτες τα τελευταία χρόνια.

Το kerkida.net σας παρουσιάζει την ιστορία του...
Η δολοφονία του παππού του και η προσφυγιά
Ως παιδί ήρθε αντιμέτωπος με καταστάσεις που τον ωρίμασαν γρήγορα. Τον βοήθησαν να σκληραγωγηθεί γι’ αυτά που θα ακολουθούσαν. Ήταν μόλις 6 χρόνων όταν βρέθηκε στη δύνη του πολέμου για την ανεξαρτησία της Κροατίας. Το χωριό του ένωνε τη Σερβία με την Κροατία και οι Σέρβοι εθνικιστές ήθελαν να «κόψουν» αυτήν την επικοινωνία. Η οικογένεια του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την περιοχή, κυνηγημένη από τους Σέρβους αντάρτες. Όπως έφευγε, έβαλε φωτιά στο σπίτι. Ο παππούς του, ο άθρωπος που τον μεγάλωσε, εκτελέστηκε μαζί με άλλους έξι ηλικιωμένους πολίτες, από τους Σέρβους, στις 18 Δεκεμβρίου του 1991.
Τελικά, βρήκαν καταφύγιο σε ξενοδοχείο του Κολοβάρε. Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός και τρεχούμενο νερό. Αυτό που υπήρχε, ήταν βόμβες και σφαίρες, ο θόρυβος των οποίων απάρτιζε την καθημερινότητα των παιδιών. Αυτό, όμως, δεν τον πτοούσε αφού συνέχισε να κλωτσά την μπάλα του, γύρω από το ξενοδοχείο. Να ονειρεύεται πως μια μέρα θα παίζει σε γεμάτα γήπεδα. Έβγαλε δελτίο ποδοσφαιριστή στην NK Zαντάρ, με τα τελευταία χρήματα της οικογένειας. Μετά από χρόνια, δήλωσε σε κροατική ιστοσελίδα:
«Φυσικά και θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια τι ζήσαμε. Αλλά δεν είναι πράγματα που θες να θυμάσαι. Ή να σκέφτεσαι. Προτιμώ να λέω πως όταν είσαι παιδί δεν σκέφτεσαι τον πόλεμο, τα προβλήματα, τις κακουχίες. Από την ημέρα που φτάσαμε στο πρώτο ξενοδοχείο, στο Κολοβάρε, έκανα φίλους, τους οποίους έχω μέχρι σήμερα! Ήταν επίσης παιδιά οικογενειών που είχαν εκδιωχθεί. Μαζί παίζαμε ποδόσφαιρο, ώσπου όταν έγινα 7 ο πατέρας μου με πήγε σε μια τοπική ομάδα».
Στην πρώτη του ομάδα θυμούνται ένα κοντό, αδύνατο -έως ασθενικό- παιδί.
«Μικρός και φοβισμένος. Μπορούσες ωστόσο, να δεις στα μάτια του ότι είχε ήδη αποφασίσει να τα καταφέρει» είχε αποκαλύψει ο πρόεδρος του συλλόγου, Josip Bajlo, πριν καταλήξει «βέβαια, κανείς δεν είχε φανταστεί το πού θα φτάσει».
Του έλειπε η ανάπτυξη. Είχε όμως, την πρώτη ύλη και μεγάλη διάθεση για δουλειά.
Το πρώτο του παρατσούκλι ήταν αόρατος. Έτσι τον χαρακτήρισε ο πρόεδρος της Ντιναμό Ζάγκρεμπ, το 1996, ο οποίος είχε δώσει εντολή να τον παρακολουθούν στενά, πριν του δώσει και το πρώτο του συμβόλαιο, το 2000. Ήταν 15 ετών όταν και χρήστηκε διεθνής σε όλες τις μικρές εθνικές.
Το ντεμπούτο με το εθνόσημο

Το ντεμπούτο με την εθνική ανδρών της Κροατίας ήταν την 1η Μαρτίου του 2006, σε ματς με την Αργεντινή, στη Βασιλεία της Ελβετίας. Οι Κροάτες νίκησαν 3-2, εκείνος πρόσφερε ένα από τα γκολ και ο προπονητής του στην Ντιναμό, Branko Ivankovic είχε δηλώσει όρι «είναι εξαιρετικός δημιουργός και ξέρει πώς να κάνει καλύτερους τους συμπαίκτες του. Παρά το γεγονός ότι στερείται ύψους, έχει εκπληκτικές ικανότητες. Είναι η μηχανή της ομάδας μας». Το 2006 κλήθηκε για το Παγκόσμιο Κύπελλο της Γερμανίας. «Ήμουν ευτυχισμένος! Μολονότι πέρασα το τουρνουά κυρίως καθήμενος στον πάγκο, είχα τη δυνατότητα να βλέπω ζωντανά τεράστιους παίκτες όπως ο Ροναλντίνιο και ο Ρονάλντο. Ήταν απίστευτη εμπειρία». Οι προσδοκίες που δημιούργησε η Κροατία, όταν τερμάτισε πίσω από την Βραζιλία, δεν επαληθεύτηκαν, αλλά η ζωή συνεχίστηκε και εκείνος έγινε από τα βασικά στελέχη της εθνικής, από τα προκριματικά του Euro 2008.
Το ταξίδι προς την κορυφή
Το 2003, ο Μόντριτς υπέγραψε στη Ντιναμό Ζάγκρεμπ και έμεινε εκεί μέχρι το 2008 μετρώντας 94 συμμετοχές 31 γκολ και 29 ασίστ, με καλύτερη τη σεζόν 2007-08 όταν η ομάδα του πήρε το πρωτάθλημα με 28 βαθμούς διαφορά! Μια εβδομάδα πριν το «αντίο», το διαδίκτυο είχε κατακλυστεί από δημοσιεύματα που τον ήθελαν να ανήκει πια στην Τότεναμ.

Έτσι κι έγινε! Οι Άγγλοι είχαν κάνει επένδυση 20.700.000 ευρώ, για να ισοφαρίσουν το μεγαλύτερο ποσό που είχαν δώσει ποτέ για παίκτη. Η διάρκεια του συμβολαίου ήταν εξαετής. Μόνο που ο προπονητής που τον είχε επιλέξει, ο Juande Ramos απολύθηκε κακήν κακώς και αυτό σήμαινε πως έπρεπε να πείσει τον Harry Redknapp, ότι αξίζει μια θέση στην ομάδα.
Σκόραρε το πρώτο του γκολ στο ΟΥΕΦΑ Καπ, με τη Σπάρτακ Μόσχας, το Δεκέμβριο, έχοντας ήδη παίξει καθοριστικό ρόλο στη νίκη επί της Γουέστ Χαμ. Έπαιξε σε 127 ματς και σκόραρε 13 γκολ, πήγε από το κέντρο στο αριστερό «φτερό» και... ξανά στο κέντρο, έγινε καλύτερος από τη συνύπαρξη του με τον Γκάρεθ Μπέιλ.
Όπως είχε δηλώσει ο ίδιος: «Υπάρχει κάποια στιγμή που χρειάζεται να κάνεις ένα βήμα προς τα εμπρός. Να αλλάξεις επίπεδο». Ήθελε να παίζει στο Τσάμπιονς Λίγκ, μεταξύ των κορυφαίων. Έκανε αυτήν την αλλαγή, στη Ρεάλ Μαδρίτης, για ποσό που ξεπέρασε τα 37 εκατ. ευρώ. Ευχαρίστησε την Τότεναμ «γιατί εκείνη με έσπρωξε στο επίπεδο που είμαι σήμερα. Θα είμαι για πάντα οπαδός της» και στη συνέχεια επικεντρώθηκε στη... βασίλισσα.
Το όνειρο γίνεται πραγματικότητα

«Από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στη Μαδρίτη, από την παρουσίαση μου, την βόλτα στο μουσείο, στο γήπεδο, οι φωτογραφίες των θρύλων αυτού του συλλόγου κατάλαβα ακριβώς πού βρίσκομαι. Το συναίσθημα είναι μοναδικό και ένιωσα υπερήφανος. Το μόνο που ονειρεύτηκα στη ζωή μου, ήταν να γίνω ποδοσφαιριστής και να παίξω σε μια ομάδα όπως είναι η Ρεάλ -η πιο διάσημη και η καλύτερη, στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση της καριέρας μου και ήμουν βέβαιος πως θα πετύχω. Είχα ό,τι χρειάζομαι εδώ: τον καλύτερο προπονητή στον κόσμο, τους καλύτερους παίκτες», είχε δηλώσει ο ίδιος. Μέχρι τώρα, έχει πάρει τέσσερα Τσάμπιονς Λίγκ (2014, 2016, 2017, 2018), τρία ΟΥΕΦΑ Σούπερ Καπ (2014. 2016, 2017), ένα πρωτάθλημα (2017), ένα Κόπα ντελ Ρέι (2014), δύο Σούπερ Κόπα (2012, 2017)... και συνεχίζει.
Η Εθνική Κροατίας
Η Εθνική Κροατίας δεν έφτασε τυχαία στον τελικό. Η παρέα του Μόντριτς αξίζει ακόμα και το τρόπαιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αυτή η εθνική αποτελείται από μια ομάδα παιδιών που επιδεικνύουν ωριμότητα σαν αυτή του Λούκα. Ένα ρόστερ που έχτισε προσωπικότητα, απέκτησε συνοχή και επιδεικνύει σοβαρότητα, με παίκτες που κάνουν μεγάλη καριέρα στα κορυφαία ευρωπαϊκά πρωταθλήματα. Αυτή η ομάδα ξεκίνησε με νοοτροπία νικητή δίνοντας τα πάντα μέχρι το τέλος και παίρνοντας δύο προκρίσεις στα πέναλτι στα γήπεδα της Ρωσίας, απέναντι στην οικοδέσποινα στα προημιτελικά και κόντρα στους Δανούς ένα γύρο νωρίτερα. Με την Αγγλία οι Κροάτες έπαιξαν την Τρίτη σερί παράταση στη νοκ-άουτ φάση του Μουντιάλ, κερδίζοντας τον τίτλο της πρώτης ομάδας στην ιστορία που πετυχαίνει κάτι τέτοιο!

Το μεγαλύτερο όπλο των «φλογερών» είναι το δίδυμο που διαθέτει στο κέντρο του γηπέδου. Ο Λούκα Μόντριτς και ο Ιβάν Ράκιτιτς κινούν τα νήματα της Κροατίας και την μετατρέπουν σε υπερδύναμη. Παίκτες που τρέχουν ακατάπαυστα στον αγωνιστικό χώρο και καθορίζουν τον ρυθμό του παιχνιδιού.
Απέναντι σε μία ομάδα με τρομερό ρόστερ και εξαιρετική ποιότητα, οι Κροάτες καλούνται να κάνουν την υπέρβαση και να αφήσουν το στίγμα τους στο Παγκόσμιο Κύπελλο.