Διήγημα που σύνταξε το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚΟΚ, κ. Κώστας Πραξιτέλους,
Χρονογράφημα
Aπρίλιος 2021«Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα . . .»
❄ ❄ ❄
Το καφενείο που σύχναζε ο γέρο Κώστας ήταν στο κέντρο του χωριού. Μεγάλο, ευρύχωρο, ήταν μαζί και καφενείο και ταβέρνα. Εκεί γινόντουσαν όλες οι προεκλογικές συγκεντρώσεις των υποψηφίων βουλευτών, δημάρχων, δημοτικών συμβούλων – παλιές καλές εποχές τότε – για τον μπάρμπα Συμεών, ιδιοκτήτη–διαχειριστή της καφενοταβέρνας για τον τζίρο που έκανε από τα κεράσματα των υποψηφίων. Τώρα τα πάντα άλλαξαν.
Τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας εξαφάνισαν κάθε ίχνος προσέγγισης των ψηφοφόρων από τους υποψήφιους μέσα σε ταβέρνες, καφενεία και στις πλατείες των μεγάλων πόλεων.
Όμως η καφενοταβέρνα δεν έχασε την γραφικότητά της ούτε την πελατεία της.
Σχεδόν γεμάτη από κόσμο από το μεσημέρι και μετά, μέχρι αργά το βράδυ. Μόνο Κυριακή δεν λειτουργούσε αφού ο μπάρμπα Συμεών, ευλαβής χριστιανός, εφάρμοζε πιστά το «Έξι ημέρας εργά και ποιήσεις πάντα τα έργα σου, τη δε εβδόμη …»
Στη καφενοταβέρνα δέσποζαν και ήταν αξιοπρόσεκτα στον επισκέπτη που πρώτη φορά ερχόταν, τρία πράγματα.
Πρώτα η μεγάλη συρόμενη πόρτα που ήταν κατά το ήμισυ ξύλινη και κατά το άλλο ήμισυ από γυαλί, έτσι που σε όποιο σημείο της καφενοταβέρνας ευρισκόσουν, θα μπορούσες άνετα να παρατηρείς την κίνηση στον πολυσύχναστο απέναντι δρόμο.
Ύστερα ήταν ο πάγκος του μαγαζιού. Δεν ήταν απλώς ο κλασσικός πάγκος μιας συνηθισμένης ταβέρνας. Ήταν ένας τεράστιος πάγκος σε σχήμα Γ, η βάση του οποίου ήταν από ξύλο καρυδιάς και άριστα φιλοτεχνημένη με σκαλιστά αγριολούλουδα. Κάπου σε μια γωνιά του έγραφε και την ημερομηνία κατασκευής του, 1901. Κληρονομιά φαίνεται από τον προπάππο του μπάρμπα Συμεών που έκανε την ίδια δουλειά, όπως και ο παππούς αλλά και ο πατέρας του.
Ο περίγυρος του πάγκου ήταν από γρανίτη που άστραφτε από καθαριότητα και επάνω του ήταν σε βαθουλλές πιατέλες οι μεζέδες πρώτης ζήτησης: Σαρδέλλες, πράσινες ελιές, κοκκινογούλι με σκορδαλιά, τυρί κασκαβάλλι, φιστίκια. Στον τοίχο απέναντι και δίπλα στη τσιμινιά που ήταν αναμμένη μονίμως, ήταν κρεμασμένα τα εύγεστα λουκάνικα και οι παστουρμάδες, ειδική κατασκευή του μπάρμπα Συμεών που περηφανευόταν για την γευστικότητά τους. Και αυτά πλαισιούμενα από συστάδα πλεξούδων από σκόρδα, που ήταν απαραίτητα στα φαγητά που έφτιαχνε ο ταβερνιάρης.
Όμως αυτό που έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση στον πρωτοεπισκεπτόμενο πελάτη ήταν μια μεγάλη κουδούνα που ήταν στημένη στην άκρη του πάγκου.
Ήταν μια κουδούνα από αυτήν που είχαν τα σχολεία πριν έρθει το ηλεκτρικό κουδούνι και την κτυπούσε ο παιδονόμος για έναρξη των μαθημάτων, διάλειμμα ή τέλος των μαθημάτων.
Ο ταβερνιάρης λοιπόν κάθε φορά που αντιλαμβανόταν ότι η ανησυχία και ο θόρυβος από τις φωνές των θαμώνων που έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια ήταν αρκούντως υπερβολικός, άρπαζε την κουδούνα και την κτυπούσε δυνατά φωνάζοντας: «Ησυχία, ησυχία, στο … ακροατήριο». Μόνο που καμιά φορά, αυτός ο ίδιος προκαλούσε περισσότερη ανησυχία και θόρυβο από τες ατάκες που εκστόμιζε προκαλώντας τους γέλωτες αλλά και τες έντονες μεμψιμοιρίες των θαμώνων. «Μωρέ Γιάννη, φίμωτρο σου βάζει η κυρά σου στο σπίτι και όταν έρχεσαι εδώ ξεσπάς και αραδιάζεις τες κοτσάνες σου;» «Βρε Γιώργη πάτωσε το κόμμα σου στες εκλογές. Και το ’παιζες κομματάρχης. Δύο ψήφους όλους κι’ όλους πήρε στο χωριό μας ο εκλεκτός σου. Μόνο εσύ και η γυναίκα σου τον ψηφίσατε, αν τον ψήφισε κι’ αυτή και όχι άλλος. Και σου τα ’λεγα αυτά, αλλά εσύ το βιολί σου.»
Σύχναζε σ’ αυτήν την καφενοταβέρνα ο γέρο Κώστας σχεδόν κάθε απόγευμα μέχρι το βράδυ. Οι μόνες απουσίες του ήταν κατά τα απογεύματα όταν στην εκκλησία του χωριού του τελούνταν ο εσπερινός μιας μεγάλης γιορτής, καθώς και όλη τη μεγάλη τεσσαρακοστή.
Τες νηστείες των Χριστουγέννων τις τηρούσε μόνο το τελευταίο δεκαήμερο πριν από την μεγάλη γιορτή.
Στην εκκλησία στεκόταν δίπλα από τον δεξιό ψάλτη, που ήταν και ο κοινοτάρχης του χωριού και τον βοηθούσε.
Ο κοινοτάρχης ήταν και ο πιο στενός φίλος του γέρο Κώστα και τον συντρόφευε κάποτε στην ταβέρνα.
Τες περισσότερες φορές ο γέρο Κώστας ερχόταν μόνος. Παράγγελνε ένα διπλό ούζο με τους σχετικούς μεζέδες. Δυο-τρεις κεφτέδες, ειδική κατασκευή του μπάρμπα Συμεών, τυρί κασκαβάλι, ελιές πράσινες, λίγο ψωμάκι και το απαραίτητο για το ούζο μυρωδάτο φρέσκο αγγουράκι. Όλα αυτά θα μπορούσαν να αποτελούσαν κάλλιστα ένα ελαφρύ δείπνο.
Ο γέρο Κώστας όμως δεν αρκούταν μόνο με αυτά. Όταν έφευγε από την ταβέρνα και πήγαινε σπίτι, τιμούσε δεόντως και το βραδινό φαγητό της κυρίας Λουκίας ιδιαίτερα αν αυτό ήταν καμιά λιχουδιά που του άρεσε, όπως κολοκάσι με κουπέπια ή κουνέλι κρασάτο. Μερικές φορές τον συντρόφευε στο τραπέζι και ο μπάρμπα Συμεών.
Ψηλός, σχετικά φαλακρός, με περιποιημένο μύστακα, φορούσε πάντα την άσπρη ποδιά που σκέπαζε μερικώς την υπερμεγέθη κοιλιά του. Κλασσικός τύπος ταβερνιάρη.
Όταν ο γέρο Κώστας παράγγελνε στον ταβερνιάρη οφτό για το σπίτι έτσι για να ανταποδώσει την εκτίμηση της κυράς του η οποία στο φαγητό τον περιποιόταν ιδιαιτέρως, αυτός ερχόταν με την μπουκάλα του ούζου στο χέρι και κερνούσε άλλες δυο μεζούρες στον πελάτη του λέγοντάς του «Αυτό από το κατάστημα Κωστή».
Ο καιρός περνούσε έτσι ήρεμα για τον γέρο Κώστα. Ήρθαν όμως ξανά τα χρόνια τα δίσεκτα. Επιδημία, Κορονοϊός, θανατικό. Η ταβέρνα του μπάρμπα Συμεών έκλεισε. Ο καθένας περιορίστηκε στο σπίτι του, μέσα στη βουβαμάρα και στην καταθληπτικότητα.
❄ ❄ ❄
Ένα πρωινό του Μάρτη ο γέρο Κώστας καθόταν σκεφτικός με σκυμμένο το κεφάλι σ’ ένα σκαμνί έξω στην αυλή του σπιτιού του. Παρά τον ψυχρό σχετικά καιρό για την εποχή, αυτό δεν τον ενοχλούσε ή μάλλον δεν θα το αισθανόταν. Ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Πέρασε αρκετά στην ζωή του. Την εποχή της αγγλοκρατίας – μικρό παιδί τότε - με τα κέρφιου, τις εκτεταμένες έρευνες των Άγγλων στρατιωτών στο πατρικό του σπίτι, τες συλλήψεις και τον εγκλεισμό συγγενικών του προσώπων στα κρατητήρια. Βίωσε τους θανάτους και απαγχονισμούς αγωνιστών της ΕΟΚΑ. Ύστερα ήρθε η τουρκανταρσία. Το πατρικό του γειτνίαζε με τουρκοκυπριακές περιοχές. Φόβος και τρόμος ιδιαίτερα τις νύχτες. Με αγωνία και λαχτάρα περίμεναν όλοι στο σπίτι να περάσει κάθε μισή ώρα ένοπλη περίπολος από εθελοντές για να αισθανθούν ασφάλεια και να πάρουν κρυφά ένα υπνάκο.
Όμως ο φόβος της τουρκικής εισβολής παρέμενε. Προχώματα, καταφύγια στο σπίτι, στο χωριό, στο σχολείο. Παντρεύτηκε πολύ νέος και εγκαταστάθηκε σ’ ένα μικρό χωριό, όχι πολύ μακριά από την πρωτεύουσα. Περνούσε μια ήσυχη σχετικά ζωή, και ευτυχισμένη μπορούμε να πούμε, αφού είχε μια πολύ καλή κυβερνητική δουλειά και ήταν οικονομικά άνετος. Όμως τη ζωή αυτή που κυλούσε ήρεμα και ευτυχισμένα, τη διέκοψε το πραξικόπημα και αμέσως μετά η τουρκική εισβολή. Θάνατος, προσφυγιά, ατέλειωτα δάκρυα και στεναγμοί, γι’ αυτούς που χάθηκαν και για τον ξεριζωμό, μα πλιότερο βαρύς ο πόνος για τους αγνοούμενους. Ασήκωτο βάρος στην καρδιά και την ψυχή για τους γονείς και τ’ αδέλφια τους. Προσφυγιά και ξεριζωμός μπορεί να πέρασαν με τα χρόνια, όμως το τελευταίο δεν είχε ούτε θα έχει ποτέ γιατρειά.
Μέσα σε όλους αυτούς τους αγνοούμενους ήταν και ο πρωτοξάδελφος του Ανδρέας, που ήταν περισσότερο από πρωτοξάδελφος, γιατί όπως του διηγόταν αργότερα όταν μεγάλωσε η μακαρίτισσα η μάνα του, ο Ανδρέας ήταν και ομογάλακτός του. Γεννήθηκαν την ίδια περίπου περίοδο και η θεία του παρά του ότι είχε γεννήσει πρωτύτερα άλλα τρία παιδιά, στον Ανδρέα ήταν δυσκολόγεννη, ενώ μετά τη γέννα δεν είχε γάλα για να βυζάξει το μωρό. Έτσι εγκαταστάθηκε στο πατρικό του μέχρι να σαραντίσει, και η μάνα του Κώστα του έλεγε.
– «Εγώ είχα γάλα να βυζάξω όχι δυο, αλλά τέσσερα μωρά. Σας κρατούσα στες αγκάλες μου έτσι σπαργανωμένους, το ένα παιδί στον ένα μου μαστό, και το άλλο στον άλλον, και σας θήλαζα.
Μπορεί να μην μεγάλωσε με τον Ανδρέα, αφού η οικογένειά του έμενε στο Βαρώσι, όμως η έλξη από τη στενή συγγένεια και το γεγονός ότι ήσαν ομογάλακτοι, ήταν μεγάλη. Μετά τη στρατιωτική του θητεία ο Ανδρέας πήγε στην Αθήνα για σπουδές στην Ιατρική Σχολή και όταν ήταν τριτοετής φοιτητής, ήρθε στην Κύπρο για διακοπές, έγινε ο πόλεμος και έγινε το μεγάλο κακό. Ο Ανδρέας πήγε να πολεμήσει με τη μονάδα του στην Κερύνεια και χάθηκε πολεμώντας με τόσους άλλους γράφοντας και αυτός το όνομά του στον μακρύ κατάλογο των αγνοουμένων.
Οι γονείς του όπως και τόσοι άλλοι γονείς έφυγαν πρόωρα από τη ζωή με τον βαρύ πόνο του αγνοουμένου παιδιού τους, αλλά και με την ελπίδα αν είναι νεκρό να το βρουν στην άλλη ζωή.
Πέρασαν 42 ολόκληρα χρόνια μέχρι να βρεθούν τα λείψανα του Ανδρέα. Και θυμήθηκε ο γέρο Κώστας τον επικήδειο που του είχε πει. «Τώρα δεν θα πατεί το χώμα που σε σκεπάζει ξάδελφέ μου η μπότα του κατακτητή. Τώρα εκεί που αναπαύεσαι, θα ανάβει άσβεστο το καντήλι σου και θυμίαμα εύοσμο θα καίει. Τώρα θα μνημονεύεσαι από Ιερείς και Αρχιερείς κατά τη Μεγάλη Είσοδο των Τιμίων Δώρων “Πάντων των υπέρ πίστεως και πατρίδος αγωνισαμένων και ευκλεώς πεσόντων αδελφών ημών”».
Πέρασαν πολλά χρόνια από τον ξεριζωμό. Ήρθε ξανά η ευημερία και η ευμάρεια στον τόπο. Όμως τα βάσανα του τόπου δεν σταμάτησαν. Κάποιοι επιτήδειοι εφεύραν χρηματιστήρια και μετοχές, και όλοι οι «ταγοί» του τόπου προέτρεπαν τον απλό κόσμο να επενδύσει σ’ αυτά. Απλός κόσμος, μεροκαματιάρηδες, εργάτες, νέοι, γέροι και γριούλες άρχισαν να ακουμπούν τες λίγες οικονομίες τους στο χρηματιστήριο για να τους πουν μετά, αυτοί που έκαναν το φιάσκο για να γεμίσουν τα τεράστια χρηματοκιβώτιά τους σε άλλες χώρες, ότι έγινε «κραχ» και χάθηκαν όλα τα λεφτά τους. Και ο λαός έσφιξε την καρδιά του, πείσμωσε και δούλεψε για να ξαναφτιάξει ό,τι έχασε. Όμως το τέρας της πλουτοκρατίας δεν χόρτασε με το αίμα και τον ιδρώτα του κόσμου.
Με κομπίνες και με διάφορους δόλιους τρόπους που μόνο ο Βελζεβούλ μπορεί να σκεφτεί, άδειασαν τες τράπεζες για να τους πουν ότι θα γίνει «κούρεμα καταθέσεων» και να χαθούν όλα τα λεφτά της «μεσαίας τάξης» και να υπερχειλίσουν τα χρηματοκιβώτια της κεφαλοκρατίας στην Ελβετία και αλλού.
Όλα αυτά περνούσαν σαν κινηματογραφική ταινία στο μυαλό του γέρο Κώστα που κουνούσε το κεφάλι του λυπημένος, όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά για ολόκληρο τον κόσμο του τόπου, αφού η μεγάλη πλειοψηφία του υπόφερε από αυτές τες καταστάσεις.
Άλλωστε, αυτός ίσως να υπόφερε λιγότερο από πολλούς άλλους.
Όμως τώρα; Τώρα ποιαν από όλες αυτές τες περιόδους που πέρασε στη ζωή του ήταν χειρότερη από αυτήν που βίωνε αυτές τες μέρες;
Κορονοϊός!!! Μια λέξη που σε κανένα, μα σε κανένα λεξικό του κόσμου μπορείς να τη βρεις και να διαβάσεις την ερμηνεία της. «Άγνωστος πόλεμος» την είπαν πολλοί. Ξαπλώνεται όπως η πλημμυρίδα στην άμμο. Πανδημία σε ολόκληρο τον κόσμο. Και ήρθαν τα περιοριστικά μέτρα. Έκλεισαν καταστήματα, ξενοδοχεία, εκκλησίες, σχολεία, πανεπιστήμια. «Μέρα του Ευαγγελισμού σήμερα. Σε ποια χρονιά, Βαγγελίστρα μου, σκέφτηκε, από τον καιρό που έκανα τα πρώτα μου βήματα μέχρι σήμερα δεν ήρθα στη χάρη σου είτε στον εσπερινό σου, είτε στη μέρα σου; Και τώρα, τώρα κάθομαι σ’ αυτό το σκαμνί, ακούω τη λειτουργία από τα μεγάφωνα της εκκλησίας και περιμένω τη δοξολογία για να κάνω τον Σταυρό μου. Έλεος. Έλεος, Κύριε, στον κόσμο σου άπαντα.»
Έτσι όμως που καθόταν σκεφτικός στο σκαμνάκι στην αυλή του, του ήρθε μια ιδέα.
Μπορεί τολμηρή, μπορεί παράλογη, μπορεί ρομαντική. Σηκώθηκε και πήγε στο γκαράζ του σπιτιού που ήταν και αποθήκη και άνοιξε ένα μπαούλο. Εκεί, ανάμεσα σε αρκετά κουρέλια, βρήκε αυτό που ήθελε.
Μια στολή του τσολιά που τη φορούσε όταν ήταν στο Λύκειο πριν μισό ακριβώς αιώνα κα με τον θεατρικό όμιλο του σχολείου, παρίστανε στη γιορτή της 25ης Μαρτίου τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Ψηλός όπως και εκείνος. Η φουστανέλλα παρά τον μισό αιώνα που πέρασε και την κοιλιά που είχε, του πήγαινε γάντι.
Άλλωστε η κατασκευή της ήταν τέτοια που με τις 400 πιέττες, όσο και τα χρόνια της τουρκοκρατίας στην Ελλάδα, σε είκοσι μέτρα ύφασμα φορούσε μέσα δύο και τρεις σαν αυτόν. Έβαλε λοξά στο κεφάλι του και το «φάριο» τον κόκκινο σκούφο με τον μαύρο φλόκο, ζώστηκε και το σελάχι, τη δερμάτινη ζώνη με θήκες, φόρεσε και τα τσαρούχια. Πουκάμισο θα έπαιρνε ένα άσπρο που το είχε φυλαγμένο ειδικά για τες Κυριακές και γιορτές. Το πρόβλημα ήταν στην φέρμελη, το γιλέκο, που ήταν κεντημένη με μπλέ και άσπρα κρόσσια και είχε στο πέτο ένα μπρούτζινο μονόγραμμα Χ.Ο (χριστιανός ορθόδοξος). Με την κοιλιά που είχε δεν κούμπωνε με τίποτε. Έστω, θα ήταν το μόνο ελάττωμα στη λαμπρή στολή του.
Έτσι ντυμένος που ήταν τσολιάς πήγε στο διπλανό σπίτι που ακουμπούσε στο δικό του και έμενε η κόρη του με τον άντρα της και το παιδί τους. Φώναξε την κόρη του έτσι όπως ήταν ντυμένος και αυτή, όταν ξεπρόβαλε από την πόρτα και τον είδε, κατατρόμαξε και του φώναξε:
– Θεός φυλάξει, πατέρα, τα καρναβάλια πέρασαν πριν ένα μήνα. Τι σού ’ρθε να ντυθείς τώρα τσολιάς;
– Δεν είναι για τες απόκριες κόρη μου. Ξεχνάς ότι σήμερα γιορτάζουμε τον Ευαγγελισμό αλλά και την Εθνική μας γιορτή για τον ξεσηκωμό του γένους; Τόσο πολύ σας επηρέασε ο κορονοϊός που τα ξεχάσατε όλα;
– Και λοιπόν; Τι σχέση έχει η αμφίεσή σου με όλα αυτά;
– Μην ρωτάς, κόρη μου. Έβαλα κάτι στο νου μου και μη μου το στερήσεις με την άρνησή σου ό,τι θα κάνω στη συνέχεια. Γέρασα πια, δεν αντέχω να μου αρνιούνται τα θέλω μου. Μόνο φώναξε τον Κωνσταντίνο, ντύσε τον βρακοφόρο με το πουκάμισο και το γιλέκο, δώσε του την κυπριακή σημαία και πές του να με περιμένει κάτω στον κήπο.
Ύστερα ο γέρο Κώστας ανέβηκε στο σπίτι του γιού του που ήταν πάνω από το δικό του και κτύπησε το κουδούνι. Του άνοιξε η μικρή του εγγονή, η Στέλλα, ακολουθούμενη από τη μητέρα της, που πήρε αμέσως τον λόγο.
– Πατέρα, καλημέρα. Άκουσα τι είπες στην κόρη σου αφού ήμουν έξω στο μπαλκόνι. Όμως τι γίνεται με τους περιορισμούς; Τι θέλεις να κάνεις; Ο Κωνσταντίνος θα ντυθεί βρακοφόρος αφού έχει τη στολή του από τον χορευτικό όμιλο του σχολείου του. Η Στέλλα τι θα ντυθεί; Δεν έχουμε καμιά στολή.
– Δεν χρειάζεται άλλη στολή, εκτός από αυτή του Δημοτικού του σχολείου. Μπλε φουστίτσα, άσπρο πουκαμισάκι, άσπρες κάλτσες, και δώσε της να κρατά με τα δυο της χέρια την εικόνα του Ευαγγελισμού.
Δεν άργησε και πολύ ο τριμελής όμιλος να συγκεντρωθεί κάτω στον κήπο του γέρο Κώστα, κάτω από τα απορημένα βλέμματα των παιδιών του αλλά και των γειτόνων του, καθώς μερικοί απ’ αυτούς βγήκαν στην αυλή τους εκείνη την ώρα για να πάρουν καθαρό αέρα.
Ο γέρο Κώστας πήρε μια ελληνική σημαία που πάντα τέτοιες μέρες την κρεμούσε στο μπαλκόνι του γιού του, αλλά φέτος που τέτοιο μυαλό να το σκεφτεί. Μπήκε μπροστά κρατώντας την σε ένα ψηλό ιστό με τον Σταυρό στην κορυφή, πίσω του ο Κωνσταντίνος με την κυπριακή σημαία σ’ ένα αυτοσχέδιο ιστό και Τρίτη η Στέλλα που πήγαινε στην τελευταία τάξη του δημοτικού. Ήταν ντυμένη όπως παρήγγειλε ο παππούς της με την μπλε φουστίτσα, το άσπρο πουκαμισάκι και τες άσπρες καλτσούλες. Κρατούσε το επάργυρο εικόνισμα του Ευαγγελισμού σε μέγεθος που σκέπαζε το σωματάκι της από τη μέση της μέχρι το λαιμό της. «Φάλαγγα κατ’ άνδρα» όπως λένε στον στρατό, μόνο που σ’ αυτήν την περίπτωση η ομάδα είχε και γυναίκα στη σύνθεσή της.
Ξεκίνησε λοιπόν ο γέρο Κώστας με τα εγγόνια του, περπατώντας στο πεζοδρόμιο και στα πεζούλια των σπιτιών.
Σκέφτηκε να τραγουδήσει ένα εμβατήριο όμως χωρίς τη συνοδεία κάποιου μουσικού οργάνου, θα ήταν όχι μόνο παραφωνία, αλλά και άναρθρες κραυγές από όλους, που θα προκαλούσαν τον γέλωτα όλων όσων το άκουαν.
Έτσι άρχισε να ψάλλει το «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια», αφού από τες τόσες και τόσες φορές που το άκουσε και το έψαλλε, με πλήθος πιστών στην εκκλησία, δεν υπήρχε περίπτωση να παραφωνήσει. Πίσω του ο Κωνσταντίνος, δεκαεξαετής του λυκείου, προσπαθούσε να συνοδεύσει στους στίχους του ύμνου τον παππού του, αλλά διακεκομμένα. Η Στέλλα, κάτι ψέλλιζε και αυτή και έτσι ο ύμνος ακουόταν υποφερτά.
Όταν μπήκαν για καλά στο κέντρο του χωριού, αφού το σπίτι τους ήταν στην άκρη του, μια πόρτα άνοιξε και βγήκε ο νοικοκύρης έξω και άρχισε να φωνάζει.
– «Τι είναι αυτά τα καραγκιοζλίκια; Δεν έχουμε περιορισμούς; Θα φωνάξω την αστυνομία».
Από ένα μπαλκόνι βγήκε έξω ολόκληρη η οικογένεια. Πατέρας, μητέρα και τα δυο παιδιά τους, και άρχισαν να χειροκροτούν. Η μητέρα μάλιστα, ακούστηκε να λέει «Παναγιά μου, μεγάλη η χάρη σου. Βοήθησε την Κύπρο μας και τον κόσμο όλο σε τούτες τες δύσκολες στιγμές . . .»
Από ένα άλλο παραθύρι που ήταν κλειστό, ακούστηκε από μέσα η φωνή. «Τώρα, τώρα έρχεται η αστυνομία. Να δω τι θα πούνε γι’ αυτούς τους θεατρινισμούς και τες πατριωτικές κορώνες. . .».
Και πράγματι δεν πέρασαν παρά μόνο μερικά λεπτά και φάνηκε απέναντι ένα περιπολικό της αστυνομίας χωρίς σειρήνες αλλά με αναμμένους τους φάρους. Προσπέρασε τον τριμελή όμιλο, έκανε επαναστροφή, μπήκε από πίσω τους και τους ακολουθούσε.
Σε λίγο έφθασαν έξω από την εκκλησία του χωριού, στάθηκαν στο πλακόστρωτο της αυλής και παρατάχθηκαν με απόσταση δύο μέτρων ο ένας δίπλα στον άλλον. Το αστυνομικό αυτοκίνητο σταμάτησε και αυτό δίπλα τους, και οι δύο αστυνομικοί κατέβηκαν από αυτό αφήνοντας τους φάρους αναμμένους.
Δεν πλησίασαν καθόλου τους παρελαύνοντες, αλλά είχαν από μέσα τους την απορία τι θα έκαναν στη συνέχεια.
Ήταν η ώρα που τέλειωσε η λειτουργία με τη δοξολογία της 25ης Μαρτίου και από την κύρια είσοδο της εκκλησίας ξεπρόβαλαν πέντε πρόσωπα. Ήταν ο νεωκόρος που άρχισε να κλειδώνει την πόρτα, ένας επίτροπος του ναού, ο ιερέας και οι δύο ψάλτες. Και ήταν μεγάλη έκπληξη για τους εξερχόμενους από την εκκλησία αυτό που αντίκρισαν μπροστά τους. Τι ήθελε άραγε ο τριμελής όμιλος με την Ελληνική σημαία, την Κυπριακή και το εικόνισμα του Ευαγγελισμού, και τί ζητούσαν άραγε οι αστυνομικοί; Τους κυνηγούσαν μήπως για να τους συλλάβουν και να τους κατηγορήσουν για παράβαση των διαταγμάτων;
Ο ιερέας καθώς και οι υπόλοιποι κλεισμένοι μέσα στην εκκλησία δεν γνώριζαν τι συνέβαινε προηγουμένως. Όμως έτσι σαν από θεία έμπνευση ο ιερέας βλέποντας τους παρατεταγμένους είπε στους υπόλοιπους να παραταχθούν ακριβώς απέναντι από τον παππού με τα εγγόνια και άρχισε πρώτος να ψάλλει τον ύμνο προς την Θεοτόκο.
«Τη υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια» . . .
Όλοι μαζί ακόμα και αυτοί οι αστυνομικοί έψαλλαν τον ύμνο προς τη Θεοτόκο.
Όταν τέλειωσε αυτή η θεσπέσια υπαίθρια πανδαισία ο γέρο Κώστας δεν άντεξε τη συγκίνηση και σωριάστηκε νεκρός στο δάπεδο της αυλής. Πεσμένος στο πλακόστρωτο πριν ξεψυχήσει ακούστηκε να ψιθυρίζει. «Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα . . .».