Η Λάτσιο δεν ήταν (και δεν είναι) το ιδανικό εργασιακό ποδοσφαιρικό περιβάλλον που θα ήθελε κάποιος. Η κόντρα οπαδών – διοίκησης έχει πιάσει ταβάνι. Τα διαρκείας από 30.000, έπεσαν στις 4.000. Το πέταλο στο Ολίμπικο είναι άδειο και η ατμόσφαιρα πιο παγωμένη από ποτέ.
Ο Μαουρίτσιο Σάρι έφυγε μην αντέχοντας την πολιτική μεταγραφικής λιτότητας και το μεταγραφικό παζάρι είχε και πάλι πιο πολλές αναχωρήσεις, παρά αφίξεις. Η εποχή του Τζενάρο Γκατούζο στον πάγκο ξεκίνησε με ταπεινωτικό εντός έδρας αποκλεισμό στο Κύπελλο από την Μάντοβα και λαϊκά δικαστήρια από το ξεκίνημα.
Κι όμως, μερικές εβδομάδες μετά η Λάτσιο βρίσκεται στην κορυφή της Serie A, με τρεις νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια, κάτι που έχουν πετύχει μόνο η Ρόμα και η Ίντερ. Και όχι, δεν το οφείλει αυτό στο εύκολο πρόγραμμα ή την τύχη.
Συγκυρίες και… συναστρίες
Δεν είναι ντροπή, ούτε ψέμα να πούμε ότι ο Χρήστος Μανδάς έμεινε κατά τύχη στην αιώνια πόλη. Μία σειρά από συμπτώσεις, ατυχείς συγκυρίες, ντόμινο που δεν κάθισαν καλά, τον άφησαν στην Λάτσιο, κάτι που ήταν το λιγότερο πιθανό σενάριο.
Η Μπόρνμουθ δεν εξάσκησε ποτέ την οψιόν αγοράς, η Λάτσιο πούλησε τον Προβεντέλ και δεν βρήκε ποτέ άλλο τερματοφύλακα για βασικό, η Γιουβέντους δίστασε, μία σειρά από συμπτώσεις που κράτησαν τον Έλληνα τερματοφύλακα στη Ρώμη.
Σήμερα, όλα αυτά μοιάζουν με ευλογία. Ο Μανδάς έχει πάρει τα γάντια βασικού στο σπίτι, παίζει με τεράστια αυτοπεποίθηση και είναι πλέον ανάμεσα στους ηγέτες της Λάτσιο, αλλά και τους καλύτερους τερματοφύλακες της Serie A. Έχει δεχθεί μόλις ένα γκολ στις τρεις πρώτες αγωνιστικές, μετρά 9 αποκρούσεις, πολλές σίγουρες επεμβάσεις και γνωρίζει την αποθέωση, όχι μόνο από τον Γκατούζο, αλλά κι από όλο τον κόσμο της Λάτσιο.
Ηγέτης
Σύμφωνα με όλες τις στατιστικές, ο Μανδάς είναι αυτή τη στιγμή ο δεύτερος κορυφαίος σε απόδοση τερματοφύλακας του ιταλικού πρωταθλήματος πίσω από τον Καρνεσέκι της Αταλάντα και δείχνει ότι φέτος θα είναι η χρονιά του.
Ένας τερματοφύλακας που κάθε μέρα που περνάει βελτιώνει όλο και κάποια μικρή του ατέλεια, ένας πολεμιστής που ξεκίνησε από τον πάτο της ιεραρχίας στη Λάτσιο και μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα φιγουράρει ανάμεσα στους καλύτερους πορτιέρε του ιταλικού πρωταθλήματος, μιας χώρας με τεράστια σχολή τερματοφυλάκων.
Στην περίπτωση του, το “ουδέν κακόν, αμιγές καλού” βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή του, αν και αν συνεχίσει να παίζει έτσι στη Λάτσιο, δεν μοιάζει πιθανό να μείνει για πολλά χρόνια στην αιώνια πόλη, που θα είναι πολύ μικρή για να τον χωρέσει.