Πάλεψε, αλλά έφυγε από τη ζωή στα 75 του χρόνια, έπειτα από μάχη με τον καρκίνο. Ο Κέβιν Κίγκαν έφυγε, αλλά η φλόγα του δεν έσβησε. Παραμένει ζωντανή στα δάκρυα που κυλούν ακόμη όταν ακούγεται το You'll Never Walk Alone και στις ιστορίες που διηγούνται παίκτες και φίλαθλοι που τον γνώρισαν από κοντά. Είναι εκεί, στις κραυγές των οπαδών στο St James’ Park του Νιούκαστλ, που τους έκανε να ονειρεύονται.
Ήταν κάτι παραπάνω από ποδοσφαιριστής και προπονητής. Ήταν η ψυχή που έκανε το παιχνίδι πιο ανθρώπινο, πιο ζεστό, πιο αληθινό. Ένας αληθινός κύριος, ένας καταπληκτικός άνθρωπος, ένας θρύλος σε μια εποχή που η λέξη έχει γίνει καραμέλα. Ο Κίγκαν ήταν απλώς ξεχωριστός.
H Αγγλία έχει σαρώσει σε μικρές ηλικίες τους τίτλους άρα δεν λείπει η νοοτροπία, αλλά ο άνθρωπος που θα κερδίσει τους παίκτες!
Γεννήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1951 στο Άρμθορπ του Ντονκάστερ, γιος ανθρακωρύχου. Μεγάλωσε σε έναν σκληρό κόσμο, όπου τα όνειρα συχνά θάβονταν κάτω από τη σκόνη των ορυχείων. Ο πατέρας του, που είχε πολεμήσει στη Βιρμανία, του έμαθε μια απλή αλλά βαθιά αλήθεια: «Μην πουλάς τον εαυτό σου φτηνά, γιε μου».
Ο μικρός Κέβιν δούλεψε σε εργοστάσιο ορείχαλκου. Πολλές ομάδες τον απέρριψαν, αλλά εκείνος δεν σταμάτησε ποτέ να τρέχει, να ονειρεύεται, να πιστεύει.
Από το καρότσι του μικρού αδελφού του, που έγινε αυτοσχέδιο τέρμα, μέχρι το πρώτο του συμβόλαιο με τη Σκάνθορπ, η πορεία του ήταν ένα μάθημα επιμονής.
Όταν ο Μπιλ Σάνκλι τον πήρε στη Λίβερπουλ για 35.000 λίρες, το 1971, ο Κίγκαν ήταν απλώς ένα μεγάλο ταλέντο. Η καριέρα του έγινε η απόδειξη πως ακόμη και από τις πιο ταπεινές ρίζες μπορείς να φτάσεις στην κορυφή του κόσμου, αρκεί να δουλέψεις σκληρά και να μη σταματήσεις ποτέ.
Δεν ήταν αυθεντικό ταλέντο, με την έννοια που κάποιος έχει στο μυαλό του τους χαρισματικούς ποδοσφαιριστές της εποχής. Παραδείγματος χάρη, ο διάδοχός του στη Λίβερπουλ, ο Κένι Νταλγκλίς, ήταν πολύ πιο προικισμένος φυσικά. Ο Κέβιν ήξερε πως έπρεπε να δουλέψει για να βελτιώσει σχεδόν τα πάντα στο παιχνίδι του. Και το έκανε σε έναν απίστευτο βαθμό, ώστε να γίνει ένας αληθινός σούπερ σταρ.
Στη Λίβερπουλ έγινε θρύλος. Σε έξι σεζόν κατέκτησε τρία πρωταθλήματα, δύο Κύπελλα UEFA, ένα Κύπελλο Αγγλίας και το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης το 1977. Σε όλα τα μεγάλα παιχνίδια ήταν καθοριστικός. Ήταν το δείγμα του μεγάλου ποδοσφαιριστή που ποτέ δεν κρύφτηκε από τις ευθύνες.
Σκόραρε 100 γκολ σε 323 εμφανίσεις. Ήταν ένας «αιώνιος κινητήρας», όπως τον αποκαλούσαν. Μικρόσωμος αλλά ακούραστος, με φόρα που έκοβε την ανάσα και τελείωμα που έμοιαζε με χορό.
Για να τον παρομοιάσω με κάποιον ποδοσφαιριστή που οι νεότεροι έχουν πιο έντονα στη μνήμη τους, θα έλεγα πως το παιχνίδι του έμοιαζε περισσότερο με εκείνο του Λουίς Σουάρες από οποιουδήποτε άλλου έχω δει να φορά τη φανέλα της Λίβερπουλ τα τελευταία 30 χρόνια.
Όταν μετακόμισε στο Αμβούργο, το 1977, έγινε ο πρώτος Άγγλος που κατέκτησε δύο συνεχόμενες φορές τη Χρυσή Μπάλα (1978 και 1979). Έμαθε γερμανικά από το μηδέν, προσαρμόστηκε και έγινε είδωλο.
Κάποιοι αναρωτιούνται γιατί επέλεξε να πάει στην Bundesliga τη στιγμή που αγωνιζόταν στην κορυφαία ομάδα της Ευρώπης. Η απάντηση είναι απλή: τα χρήματα. Η Λίβερπουλ δεν μπορούσε να του προσφέρει ούτε τα μισά από όσα έδιναν τότε οι γερμανικοί σύλλογοι, οι οποίοι διέθεταν ισχυρούς χορηγούς, είχαν διαφήμιση στις φανέλες — κάτι που απαγορευόταν τότε στην Αγγλία — και μπορούσαν να προσφέρουν επιπλέον μπόνους με ιδιαίτερα ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση, σε αντίθεση με το πολύ βαρύ φορολογικό σύστημα που ίσχυε στη Βρετανία.
Στη Σαουθάμπτον, όπου επέστρεψε το 1981, παραλίγο να οδηγήσει τους «Αγίους» στην κατάκτηση του πρωταθλήματος. Έπειτα πήγε στη Νιούκαστλ ως παίκτης και βοήθησε την ομάδα να επιστρέψει στην πρώτη κατηγορία το 1984.
Με την εθνική Αγγλίας αγωνίστηκε 63 φορές, σημείωσε 21 γκολ και φόρεσε το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Ωστόσο, τα καλύτερα ποδοσφαιρικά του χρόνια συνέπεσαν με την απουσία των «Τριών Λιονταριών» από σχεδόν όλες τις μεγάλες διοργανώσεις.
Το Μουντιάλ του 1974, το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1976 και το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 πέρασαν χωρίς την Αγγλία. Όταν η εθνική επέστρεψε σε Παγκόσμιο Κύπελλο, το 1982, ο ίδιος ήταν τραυματίας, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στις υποχρεώσεις του με τη Σαουθάμπτον, που διεκδικούσε τον τίτλο απέναντι στη Λίβερπουλ, και στην εθνική ομάδα, που περίμενε από εκείνον σχεδόν τα πάντα.
Η συμμετοχή του για περίπου μισή ώρα, στο τέλος του αγώνα με την Ισπανία στη Μαδρίτη, τον Ιούλιο του 1982, έμελλε να είναι και η τελευταία του με το εθνόσημο. Είχε μάλιστα τη μεγάλη ευκαιρία να χαρίσει τη νίκη στην Αγγλία, όμως δεν έμελλε να συμβεί.
Κι όμως, η καριέρα του δεν ήταν μόνο τα νούμερα. Ήταν ο τρόπος που έπαιζε. Με καρδιά, με φλόγα, με ένα χαμόγελο που απλωνόταν σε ολόκληρο το γήπεδο.
Το 1992 επέστρεψε στη Νιούκαστλ ως προπονητής. Η ομάδα βρισκόταν στα πρόθυρα της καταστροφής. Ο Κίγκαν την οδήγησε στην άνοδο το 1993 και δημιούργησε τους περίφημους Entertainers, μια ομάδα που έπαιζε ποδόσφαιρο με φαντασία, ταχύτητα και χαρά. Τη σεζόν 1995-96 οδήγησε τη Νιούκαστλ στην κορυφή της Premier League για το μεγαλύτερο μέρος της χρονιάς. Η πόλη ξαναγεννήθηκε.
Δεν κατέκτησε το πρωτάθλημα εκείνη τη χρονιά, παρότι η ομάδα του είχε αποκτήσει διαφορά 12 βαθμών τον Φεβρουάριο.
Όμως κέρδισε κάτι πολύ μεγαλύτερο: τις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων. Οι οπαδοί ξαναβρήκαν την υπερηφάνειά τους. Τα παιδιά άρχισαν να ονειρεύονται ξανά.
Ο Άλαν Σίρερ, που έγινε θρύλος δίπλα του, τον αποκάλεσε αργότερα «τον ήρωά μου, τον προπονητή μου, τον φίλο μου».
Στη Φούλαμ και στη Μάντσεστερ Σίτι συνέχισε να πανηγυρίζει ανόδους. Στην εθνική Αγγλίας (1999-2000) προσπάθησε να δώσει ξανά ελπίδα, όμως και αυτή η σχέση αγάπης με το εθνόσημο είχε άδοξο τέλος.
Ποιος ήταν όμως πραγματικά ο Κέβιν Κίγκαν;
Ένας άνθρωπος με τεράστια καρδιά και ακόμη μεγαλύτερη ταπεινότητα. Πάντα είχε χρόνο για τους οπαδούς, πάντα χαμογελούσε, πάντα μετέδιδε ένα πάθος που έβγαινε από τα βάθη της ψυχής του.
Ήταν ευάλωτος. Το θυμόμαστε όλοι από το περίφημο ξέσπασμά του στην τηλεόραση το 1996:
«I would love it if we beat them. Love it!»
Η προσωπική του κόντρα με τον Άλεξ Φέργκιουσον έμεινε ιστορική, στην πιο συγκλονιστική κούρσα τίτλου ανάμεσα στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και τη Νιούκαστλ.
Έδειξε όμως ότι πίσω από τον θρύλο υπήρχε ένας άνθρωπος που ένιωθε, που πονούσε, που ονειρευόταν. Ήταν ένας ηγέτης που ενέπνεε αφοσίωση. Παίκτες που συνεργάστηκαν μαζί του έμαθαν τι σημαίνει να δίνεις το 100% κάθε μέρα, να πιστεύεις όταν όλοι αμφιβάλλουν και να αγαπάς την ομάδα σου σαν οικογένεια.
Επηρέασε ζωές με τον πιο απλό και, ταυτόχρονα, πιο βαθύ τρόπο: δείχνοντας πως τα όνειρα δεν ανήκουν μόνο στους προνομιούχους.
Ένας εργάτης από το Ντονκάστερ που έγινε βασιλιάς.
Και αυτό το μήνυμα έφτασε σε χιλιάδες νέους, σε οπαδούς που ένιωσαν ότι ανήκουν κάπου, σε παίκτες που βρήκαν στο πρόσωπό του ένα πρότυπο.
Σήμερα, καθώς αποχαιρετούμε τον Κέβιν Κίγκαν, έχω να πω για έναν άνθρωπο που γνώρισα και που, για μένα, ήταν ένα από τα είδωλα που με έκαναν να αγαπήσω το ποδόσφαιρο, πως αυτό που σε κέρδιζε ήταν η απλότητά του.
Σπάνια νιώθω τόσο επηρεασμένος από τον θάνατο ενός παλιού αθλητή. Όμως, για αυτόν τον άνθρωπο, που έκανε τα παιδικά μου χρόνια καλύτερα και με τίμησε με τη φιλία του, νιώθω πως κάτι μέσα μου έσβησε μαζί του.