Το ταξίδι του Βαγγέλη Παυλίδη από τους "Μπέμπηδες" στη Μπενφίκα, η εκτόξευση στον ουρανό και η... Ιθάκη που δεν έχει ακόμα φανεί.
Από το ανοιχτό γηπεδάκι στο Φοίνικα της Καλαμαριάς μέχρι την Αβενίδα Λουσιάδα, την κεντρική οδό που περνάει μπροστά από το λαμπρό «Ντα Λουζ» της Λισαβώνας, μεσολαβούν κάτι χιλιάδες χιλιόμετρα. Μεγάλη απόσταση, ακόμα και να τη σκεφτείς. Αλλά ο νους είναι αληταριό, που όλο θα δραπετεύει, που λέει και το τραγούδι. Κανείς δεν έχασε κάνοντας όνειρα. Πόσο μάλλον όταν είναι έτοιμος να κάνει κόπους και θυσίες για να τα υλοποιήσει.
Το ταξίδι του Βαγγέλη Παυλίδη προς την επιτυχία και την καθιέρωση δεν ήταν εύκολο. Είχε και Συμπληγάδες, και Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες. Ο 26χρονος σέντερ φορ της Μπενφίκα, που σκόραρε δύο φορές στο Γουέμπλεϊ το βράδυ της Πέμπτης 11 Οκτωβρίου έριξε λίγη ζάχαρη στα πικρά μας δάκρυα για τον χαμό του Τζορτζ Μπάλντοκ. Μας έκανε να κλάψουμε από χαρά και υπερηφάνεια για κάτι που δεν είχε ξαναγίνει, έναν ποδοσφαιρικό θρίαμβο της Ελλάδας επί της Αγγλίας μέσα στο σπίτι της, που ήλθε σε μια στιγμή μαύρη για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Για να μας επιβεβαιώσει ότι η ψυχή και το μυαλό είναι απείρως πιο σημαντικά από το κορμί, το κοντρόλ ή το δυνατό σουτ.
Ένα παιδί με αρχές, με βάσεις από την οικογένεια, με ταλέντο, με αντίληψη, αλλά και με σεβασμό. Έτσι τον περιγράφουν όλοι τον Βαγγέλη Παυλίδη, που στα 26 του χρόνια δεν έχει κάνει ούτε μια συμμετοχή σε ελληνική ομάδα. Ποτέ. Διάλεξε τον δύσκολο δρόμο, και τον πήρε μόνος του. Οι αποφάσεις ήταν δικές του. Κι ας τους άκουγε όλους. Αυτό είχε ζητήσει από την αρχή από την οικογένειά του. Κι έτσι πορεύεται προς τη δόξα. Η Ιθάκη δεν έχει ακόμη φανεί. Έχει πολλούς προορισμούς ακόμα να επισκεφθεί, πολλά όνειρα να υλοποιήσει.
Η σχέση του Βαγγέλη Παυλίδη με το ποδόσφαιρο ξεκινάει το 2003. Η οικογένεια Παυλίδη είχε αποκτήσει πριν λίγους μήνες το δεύτερο παιδί της (τον Βασίλη, επίσης ποδοσφαιριστή) όταν ο μικρός Βαγγέλης περνάει στη μέσα μεριά του συρματοπλέγματος στην ακαδημία «Μπέμπηδες» του παλιού άσου του ΠΑΟΚ Παναγιώτη Κερμανίδη. Η ακαδημία τότε είχε κλείσει μόλις τρία χρόνια ζωής, αλλά είχε δημιουργήσει όνομα όχι μόνο στην περιοχή. Ο Κερμανίδης, γεννημένος στην Πολωνία και μεγαλωμένος στην Ουγγαρία, έμαθε το ποδόσφαιρο αλλιώς κι αυτό θέλησε να δώσει και στα παιδιά της Θεσσαλονίκης.
Τότε ακόμα δεν υπήρχε τμήμα ακαδημίας για παιδιά 4,5 ετών. Αλλά ο μικρός επέμενε, το ίδιο και ο πατέρας, κι ο Κερμανίδης δέχτηκε να παίξει το παιδί με τους 6χρονους. Όπως θυμούνται και σήμερα και ο Κερμανίδης, αλλά και οι προπονητές του, από την αρχή έδειξε ευχέρεια να κοντρολάρει τη μπάλα το ίδιο εύκολα και με τα δύο πόδια (κάτι σπάνιο για τέτοια ηλικία) και είχε μεγάλη θέληση να μάθει. Κυριολεκτικά, κρεμόταν από τα χείλη τους. Και μάθαινε γρήγορα. Δεν χρειαζόταν να του εξηγήσεις μια άσκηση δεύτερη φορά.
Το όνομα του Βαγγέλη ήτιζαν ναν γνωστό στον μικρόκοσμο της ακαδημίας, οι προπονητές του συνήθα τον χρησιμοποιούν με μεγαλύτερα παιδιά, καθώς και το σώμα του αναπτυσσόταν, έφτιαχνε μύες και έπαιρνε μπόι. Η αρχική σκέψη ήταν να χρησιμοποιηθεί ως σέντερ μπακ. Αλλά η ευχέρειά του με τα πόδια και οι κινήσεις που έπαιρνε στην περιοχή στις στημένες φάσεις δεν άφησαν περιθώριο: Γρήγορα προωθήθηκε στο μπροστινό κομμάτι του παιχνιδιού κι ευτυχώς έμεινε εκεί.
Κι έτσι προκύπτει το ερώτημα: Μα, γιατί κάποια από τις ομάδες της περιοχής, τους μεγάλους της Θεσσαλονίκης, ή κάποια άλλη τέλος πάντων, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να τον αποκτήσει; Η αλήθεια είναι ότι κινήσεις και συζητήσεις υπήρξαν. Σε όλες, όμως, βασική προϋπόθεση ήταν το «τζάμπα». Κορόιδο ήταν ο Παυλίδης να αφήσει την ακαδημία που του έμαθε τόσα, για να μετακινηθεί αλλού, μόνο και μόνο για να φοράει μια πιο γκλαμουράτη φανέλα; Ούτως ή άλλως οι «Μπέμπηδες» είχαν μεγαλώσει μαζί τους και εξελίχθηκαν σε μια από τις κορυφαίες ακαδημίες στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και σε αποτελέσματα, στις προ-αγωνιστικές ηλικίες. Ούτε οι αγώνες του έλειπαν, ούτε το συναίσθημα της νίκης.
Το καλοκαίρι του 2014 ο Βαγγέλης (τα δημοσιεύματα της εποχής τον έγραφαν τότε… Ευάγγελο) καλείται να πάρει μια απόφαση ζωής. Το ενδιαφέρον των ΠΑΕ της Super League είχε γίνει πια ασφυκτικό, υπήρχαν προτάσεις και να συνεχίσει σε ομάδα της Θεσσαλονίκης, αλλά και να μετακομίσει στην Αθήνα, αλλά οι εκπρόσωποί του παρουσίασαν και μια τρίτη λύση: Τη Γερμανία. Οι σχέσεις τους με την ακαδημία της Μπόχουμ εγγυόνταν ότι ο νεαρός θα μπορούσε να ανοίξει τα φτερά του.
Τα διλήμματα ήταν πολλά: Ξενιτιά, σε μια χώρα που δεν γνώριζε, με μια γλώσσα που δεν γνώριζε, η προοπτική να ζει καθημερινά στο σπίτι μιας οικογένειας που δεν γνώριζε, ενώ θα έπρεπε να αφήσει τη δική του καθημερινότητα, τους φίλους και τις παρέες του. Ο οικογενειακός θρύλος λέει ότι ο Βαγγέλης ζήτησε να απομονωθεί στο δωμάτιό του να σκεφτεί. Όταν βγήκε από εκεί, ήταν πια σίγουρος: Βγάλτε εισιτήρια για Μπόχουμ. Μαζί με τον πατέρα του και τον εκπρόσωπό του πήγε και ο Κερμανίδης.
Το καλοκαίρι του 2014 θα φορέσει για πρώτη φορά και τη φανέλα με το εθνόσημο, της εθνικής Κ17. Στις μικρές εθνικές (από Κ17 ως Κ21 θα κάνει συνολικά 28 παιχνίδια με 10 γκολ).
Η ακαδημία της Μπόχουμ του έδωσε μερικές εβδομάδες να προσαρμοστεί, να γνωρίσει την οικογένεια που θα έμενε στο σπίτι τους. Αυτός από τη δεύτερη μέρα είπε ότι θέλει να κάνει προπόνηση. Και ξεκαθάρισε ότι δεν θα άφηνε το σχολείο. Βεβαίως το ελληνικό σχολείο βρισκόταν αρκετά μακριά, ταλαιπωρία, άλλαζε τρία τρένα καθημερινά να πάει και άλλα τόσα να γυρίσει. Τρεις ώρες στο δρόμο. Δεν πτοήθηκε.
Στην Bundesliga-West καταφέρνει την πρώτη του σεζόν να παίξει 9 ματς. Τον χρησιμοποιούν σαν δεύτερο στράικερ. Κάνει… παπάδες: 6 γκολ και 5 ασίστ. Τη σεζόν 2015-16 προωθείται στην ομάδα Κ19 της Μπόχουμ, αν και δύο χρόνια νεότερος. Κι εκεί ξεχωρίζει: 14 γκολ και 7 ασίστ σε 26 ματς. Εκείνη τη σεζόν κάνει και το ντεμπούτο του στην 2η Μπουντεσλίγκα με την ανδρική της Μπόχουμ.
Ένα όνειρο του ήδη το’ χε υλοποιήσει: Να παίξει επαγγελματικά στη Γερμανία. Αλλά δεν έμεινε εκεί. Ένας τραυματισμός τον έφερε πίσω και την επόμενη χρονιά δεν συμπεριλαμβάνεται στο ανδρικό της Μπόχουμ παρά μόνο για τρεις αγώνες και συνολικά 117 λεπτά. Στην Κ19 συνεχίζει να έχει σταθερά καλή παρουσία (18 αγώνες με 6 γκολ και 6 ασίστ), αλλά τότε του παρουσιάζεται η ευκαιρία να παίξει στην Β’ ανδρική ομάδα της Ντόρτμουντ, που αγωνιζόταν στην 4η κατηγορία (Regionalliga West).
Δεύτερο κομβικό σημείο. Να ξεκινήσει από τόσο χαμηλά ή να περιμένει την καθιέρωση στη Μπόχουμ; Δεύτερη… απομόνωση. Και προσωπική απόφαση: Βεστφαλία.
Η πρώτη σεζόν (στο δεύτερο μισό της 2017-18) στο ανδρικό επίπεδο της Μπορούσια επεφύλαξε 17 συμμετοχές και 5 γκολ. Ούτε άσχημα, αλλά ούτε όμως και άριστα. Η δεύτερη σεζόν του, το καλοκαίρι του 2018, ξεκίνησε με 2 γκολ και 4 ασίστ στα 15 πρώτα ματς. Και τότε ανοίχτηκε μπροστά του η προοπτική της Ολλανδίας, που τον απογείωσε.
Οι σχέσεις των εκπροσώπων του με την Ολλανδία φέρνουν στο Ντόρτμουντ τον Γκέραρντ Βίλιαρτ, τον επικεφαλής σκάουτ της Βίλεμ. Με το που τον βλέπει, εισηγείται αμέσως την απόκτησή του. Πράγματι, ο Παυλίδης «επιστρέφει» στη Μπόχουμ για μία ημέρα και παραχωρείται δανεικός στην ομάδα του Τίλμπουργκ για το δεύτερο μισό της σεζον 2018-19, με οψιόν αγοράς 250.000 ευρώ.
Το «ποδοσφαιρικό σοκ» είναι ισχυρότατο. Από την 4η κατηγορία της Γερμανίας, σε γήπεδα μισοάδεια, καλείται να αναβαθμίσει τη μπάλα του στην Eredivisie της Ολλανδίας. Τα γερμανικά που έχει ήδη τελειοποιήσει τον βοηθούν να συνεννοηθεί (οι γλώσσες μοιάζουν) και η προσαρμογή του είναι πολύ πιο εύκολη από το πρώτο ταξίδι Θεσσαλονίκη-Μπόχουμ. Σε μισό χρόνο πρόλαβε να παίξει 17 αγώνες με 6 γκολ και 5 ασίστ και να αγωνιστεί μέχρι και στον τελικό του κυπέλλου εναντίον του Άγιαξ.
Το γρήγορο και γεμάτο φάσεις ολλανδικό ποδόσφαιρο τον βοηθούν να καθιερωθεί ως σκόρερ. Ο Τζον Φαν’τ Σιπ δεν διστάζει καθόλου να τον καλέσει στην εθνική ανδρών και ντεμπουτάρει στις 5 Σεπτεμβρίου 2019, στο ματς που χάνουμε εκτός από τη Φινλανδία για το Nations League.
Μέσω της παρουσίας του στο Τίλμπουργκ πείθει και τον πιο δύσπιστο ότι εδραιώνεται σε υψηλό επίπεδο. Σε 82 ματς με τη Βίλεμ σκοράρει 33 φορές. Σ’ αυτή τη διετία τα ζει όλα. Από την ευρωπαϊκή έξοδο (που είναι πάντα σημαντική για έναν μικρομεσαίο ολλανδικό σύλλογο) μέχρι την μάχη για την αποφυγή του υποβιβασμού. Κι όλα αυτά εν μέσω κορωνοϊού. Το γκολ-ποίημα (με εντυπωσιακό σλάλομ) που πετυχαίνει την τελευταία αγωνιστική εναντίον της Φορτούνα Σιτάρντ βοηθάει την ομάδα να νικήσει 2-1 και να τερματίσει έναν πόντο πάνω από το μπαράζ παραμονής. Το γκολ μνημονεύεται ακόμα και σήμερα.
Το καλοκαίρι του 2021 ήλθε η σειρά της πρώτης γερής μεταγραφής. Η ΑΖ Αλκμάαρ δίνει 2,5 εκ. ευρώ στη Βίλεμ να τον αποκτήσει. Είναι πια μέλος της εθνικής Ανδρών, έχει μόνιμες ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, χτίζει χαρακτήρα και αυτοπεποίθηση και ανταποδίδει στην ΑΖ την εμπιστοσύνη. Στην τριετία που έμεινε εκεί έπαιξε συνολικά 137 ματς με 80 (!) γκολ και 27 ασίστ. Είναι η ώρα του να ζήσει ακόμα πιο μεγάλες στιγμές, τον τίτλο του πρώτου σκόρερ στο ολλανδικό πρωτάθλημα, τη συμμετοχή στα ημιτελικά του UEFA Conference League, και την χρηματιστηριακή του αξία να ανεβαίνει στα ύψη σταθερά, ώσπου έφτασε στα 25 εκ. ευρώ.
Η μεταγραφή στη Μπενφίκα το καλοκαίρι του άνοιξε άλλους δρόμους. Κι ο ίδιος παραδέχεται ότι η ατμόσφαιρα στη Μπενφίκα είναι τελείως διαφορετική από την Αλκμάαρ. Τα 18 εκ. ευρώ που δαπανήθηκαν για την μεταγραφή δεν τον βαραίνουν, ούτε το πενταετές συμβόλαιο που υπέγραψε. Ήδη έχει αρχίσει να «ξεχρεώνει», με 2 γκολ και 2 ασίστ στα πρώτα του 9 ματς.
Κι αν θα’ πρεπε να κλείσουμε με κάτι εξίσου σημαντικό, είναι ότι στα σχεδόν 25.000 λεπτά της καριέρας του έχει αποβληθεί μόλις μία φορά, με δεύτερη κίτρινη κάρτα άδικη, τη σεζόν 2016-17 όταν έπαιζε στους μικρούς της Μπόχουμ. Μαρκαρίσματα σκληρά, επαφές συνεχείς, αμυντικοί που δεν χαρίζουν κάστανα, αλλά κι ένα παιδί που ξέρει πώς να διαχειριστεί τον εαυτό του και τη συμπεριφορά του μέσα στο γήπεδο.