Φράνκο Μπαλντίνι: Ο «αόρατος» αρχιτέκτονας

Φράνκο Μπαλντίνι: Ο «αόρατος» αρχιτέκτονας

Πώς ένας πρώην μέσος της Serie B έγινε ένας από τους πιο επιδραστικούς τεχνικούς διευθυντές της Ευρώπης.

Η ερώτηση είναι ρητορική: Ποιος είναι πιο εύκολο να γίνει τεχνικός διευθυντής σ’ έναν σύλλογο; Ένας αναγνωρισμένος βετεράνος παίκτης, που «κάνει γκελ» στο κοινό, ή ένας άγνωστος με μέτρια ποδοσφαιρική καριέρα; Προσοχή, δεν βάζουμε στο ζύγι ποιος θα βγει καλύτερος, αλλά το ποιος είναι πιο εύκολο να πάρει τη δουλειά.

Η θέση του τεχνικού διευθυντή από μόνη της περιέχει πολύ… αέρα. Δεν υπάρχει σχολή και δίπλωμα τεχνικών διευθυντών, και τα αποτελέσματα της δουλειάς τους δεν είναι τόσο ξεκάθαρα όπως π.χ. των προπονητών, που βγαίνουν μπροστά και στις νίκες και τις ήττες. Η δουλειά από το παρασκήνιο είναι περίπλοκη. Ρωτήστε και τον Φράνκο Μπαλντίνι, αυτός σίγουρα τα ξέρει καλύτερα τα πράγματα.

Η ιστορία του Ιταλού τεχνικού διευθυντή, με τον οποίο αποφάσισε να συνεργαστεί και επισήμως ο Γιάννης Αλαφούζος στον Παναθηναϊκό, δεν θυμίζει το κλασικό αφήγημα του μεγάλου ποδοσφαιριστή που μεταπήδησε εύκολα στη διοίκηση. Αντίθετα, ξεκίνησε από ταπεινά γήπεδα της ιταλικής επαρχίας και, μέσα από μια καριέρα χωρίς λάμψη ως παίκτης, κατάφερε να μετατραπεί σε έναν από τους πιο επιδραστικούς παράγοντες του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Το όνομά του συνδέεται με θριάμβους, αλλά και με αντιφατικές επιλογές, πάντοτε όμως με την εικόνα ενός ανθρώπου που διαμορφώνει ισορροπίες από το παρασκήνιο.

Τα πρώτα βήματα πριν την εκτόξευση

Γεννημένος το 1960 στο Ρετζέλο, στην επαρχία της Τσεζένα, ο Μπαλντίνι φόρεσε τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια σε συλλόγους που δεν έγιναν ποτέ πρωτοσέλιδοι. Η Σαντζιοβαννέζε, η Βαρέζε, η Μπολόνια, η Μπάρι, η Πεσκάρα, η Καμπόμπασο, η Φότζια και η Καζερτάνα φιγουράρουν στο βιογραφικό του, μάλιστα όσες σας είναι πιο γνωστές αγωνίζονταν τότε είτε στη Serie B, είτε στη Serie C.

Δεν είχε τις προϋποθέσεις να γίνει πρωταγωνιστής στο χορτάρι. Του έλειπε η δύναμη, αλλά και η ταχύτητα. Αν κέρδισε συμμετοχές στο χορτάρι, τις κέρδισε επειδή είχε τη δυνατότητα διαβάζει τις ανάγκες του αγώνα και να κατανοεί την τακτική. Αυτές οι δεξιότητες αποδείχθηκαν πολύτιμες αργότερα.

Μετά το 1992, όταν και αποφάσισε να κρεμάσει τα παπούτσια του, μπήκε στο μυαλό του να ασχοληθεί με αυτό το χώρο. Στην αρχή είχε προτάσεις είτε να συμμετάσχει σε γραφείο μάνατζερ, είτε να ανοίξει δικό του, όμως προτίμησε τον… άλλο δρόμο, αυτόν της συνεργασίας με τις ομάδες. Ξεκίνησε στη Μπολόνια σαν αθλητικός διευθυντής, όπου είχε διατηρήσει κάποιες επαφές από τότε που έπαιζε. Συνέχισε στη Λουκέζε και αναδείχτηκε στη Ρετζίνα. Στην ομάδα της Καλαβρίας άρχισε να ακούγεται το όνομά του ως ανθρώπου με καλό «μάτι» για ταλέντα και μεθοδικότητα στη διαχείριση.

Αυτό που άρεσε περισσότερο στους προπονητές, για να τα λέμε όλα, είναι ότι δεν έδειχνε καμία διάθεση να τους πάρει τη θέση και να μεταπηδήσει στους πάγκους! Σε αντίθεση με πολλούς συναδέλφους του στη γειτονική χώρα. Έκανε τη δουλειά του, είχε τις προτάσεις του, δεν ανακατευόταν ούτε με τα συστήματα, ούτε με τη διαχείριση των παικτών, ούτε και με τα αποτελέσματα.

Η εμπιστοσύνη του Καπέλο

Αυτή η απομόνωση και η αυστηρή προσήλωση στα καθήκοντά του ήταν αυτό που εκτίμησε ο Φάμπιο Καπέλο και ζήτησε να συνεργαστεί μαζί του, όταν ανέλαβε τη Ρόμα το 1999. Για τον Μπαλντίνι ήταν η πρώτη φορά που ακούστηκε έντονα το όνομά του εκτός της «πιάτσας». Προφανώς ο ρόλος του διευθυντή ποδοσφαίρου των τζιαλορόσι ήταν μια μεγάλη πόρτα προς την ελίτ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.

Το διαμάντι του ήταν η μεταγραφή του Γκαμπριέλ Μπατιστούτα το 2000. Θεωρήθηκε η κίνηση-ματ, που οδήγησε τη Ρόμα στην κατάκτηση του σκουντέτο το 2001, του πρώτου μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες. Μαζί με τον Αργεντινό φορ ήρθαν παίκτες όπως ο Έμερσον και ο Βάλτερ Σάμουελ, που έδωσαν ισχύ σε μια ομάδα που έγραψε ιστορία. Εκείνη η επιτυχία παραμένει μέχρι σήμερα η κορυφαία στιγμή της καριέρας του Μπαλντίνι.

Η συνεργασία του με τον Καπέλο τον οδήγησε και στη Ρεάλ Μαδρίτης, όταν ο Ιταλός τεχνικός ανέλαβε τους «μερένχες» to 2006. Ο Μπαλντίνι ανέλαβε την οργανωτική υποστήριξη, συντονίζοντας το μεταγραφικό πλάνο και τις καθημερινές δομές της ομάδας. Ο ίδιος ποτέ δεν διεκδίκησε τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά το όνομά του αναφερόταν συχνά στα «παρασκηνιακά» σχόλια των μαδριλένικων ΜΜΕ.

Αργότερα, όταν ο Καπέλο έγινε ομοσπονδιακός τεχνικός της Αγγλίας το 2007, ο Μπαλντίνι βρέθηκε ξανά δίπλα του, αυτή τη φορά ως δεξί του χέρι σε μια εθνική ομάδα που επιχειρούσε να ανακτήσει την αίγλη της. Δηλωνόταν ως βοηθός προπονητή, αλλά φυσικά δεν ήταν τέτοιος:  αναλάμβανε τον «έλεγχο φόρμας» των παικτών, ένα άτυπο scouting δηλαδή,, οργάνωση και την κρίσιμη δουλειά που έδινε στον Καπέλο χώρο να εστιάσει αποκλειστικά στο γήπεδο. Αυτός ο ρόλος θεωρήθηκε ακόμα μεγαλύτερη τομή για την αρτηριοσκληρωτική αγγλική ομοσπονδία από τα προπονητικά ηνία που δόθηκαν στον Ιταλό Καπέλο.

Επιστροφή και Τότεναμ

Το 2011 επέστρεψε στη Ρόμα, αναλαμβάνοντας ξανά το πόστο του γενικού διευθυντή. Είχε το όραμα μιας πιο σύγχρονης δομής, εμπνευσμένης από τα ευρωπαϊκά μοντέλα. Προσπάθησε να επενδύσει σε ακαδημίες, να δημιουργήσει συστήματα scouting και να φέρει πνοή ανανέωσης. Δεν έλειψαν όμως οι δύσκολες αποφάσεις. Η επιλογή του Ζντένεκ Ζέμαν στον πάγκο αποδείχθηκε αποτυχημένη και ο ίδιος αργότερα παραδέχθηκε δημόσια ότι «δεν ήταν η σωστή επιλογή». Αυτή η δήλωση δεν ήταν κάτι απλό: Καταγράφηκε ως η πρώτη «ομολογία αποτυχίας» από τεχνικό διευθυντή στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

Δύο χρόνια αργότερα, το 2013, η Τότεναμ ανακοίνωνε την πρόσληψή του ως τεχνικού διευθυντή. Η χρονική συγκυρία δεν θα μπορούσε να είναι πιο κρίσιμη. Ο Γκάρεθ Μπέιλ είχε μόλις πουληθεί στη Ρεάλ Μαδρίτης για ποσό-ρεκόρ και ο Μπαλντίνι ανέλαβε να επενδύσει τα χρήματα της μεταγραφής. Οι Λονδρέζοι απέκτησαν τότε σωρεία παικτών, από τον Ρομπέρτο Σολδάδο και τον Πολίνιο μέχρι τον Κρίστιαν Έρικσεν και τον Έρικ Λαμέλα. Ορισμένοι από αυτούς, όπως ο Έρικσεν, δικαίωσαν την επιλογή, άλλοι όμως απογοήτευσαν, αφήνοντας τον Ιταλό να δέχεται έντονη κριτική.

Στην Τότεναμ έμεινε μέχρι το 2015 κι αυτή ήταν η τελευταία φορά, μέχρι τον Παναθηναϊκό, που συνεργάστηκε επισήμως με σύλλογο. Στην επιστολή αποχώρησής του τότε είχε γράψει ότι «ήθελε να αφιερώσει χρόνο εκτός ποδοσφαίρου».

Ιδιωτική εταιρεία και οργάνωση για τα δικαιώματα των παικτών

Τι έκανε, λοιπόν, αυτά τα δέκα χρόνια; Κάθε άλλο παρά… αποσύρθηκε. Χρησιμοποίησε την εμπειρία και τις σχέσεις του για να δρα ως σύμβουλος και να συμμετέχει σε οργανώσεις που ασχολούνται με την ανάπτυξη και τη δικαιοσύνη των ποδοσφαιρικών επαγγελματιών. Συνέχισε το έργο του μέσω της εταιρείας συμβούλων του, της IC20 Ltd, και από το 2025 συμμετέχει ως μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο της «Justice for Players», μιας ολλανδικής οργάνωσης αφιερωμένης στην υποστήριξη των ποδοσφαιριστών και στην προάσπιση των δικαιωμάτων τους.

Όσοι δούλεψαν μαζί του περιγράφουν έναν άνθρωπο με αστείρευτο δίκτυο γνωριμιών και μια σχεδόν εμμονική προσήλωση στη λεπτομέρεια. Ο ίδιος έχει μιλήσει για την ανάγκη ενός «καθαρού ποδοσφαίρου», με διαφάνεια και κανόνες. Σε πλήρη αντίθεση με αντίστοιχα πρόσωπα σε άλλες ομάδες, παρ’ ότι δρα στο παρασκήνιο και μπορεί να χαρακτηριστεί «αόρατος», έχει παραδεχτεί δημόσια λάθος επιλογές και αστοχίες του. Κάτι που, αντί να βλάψει τη φήμη του, περισσότερο την ενίσχυσε. Και τα σωστά, άλλωστε, αλλά και τα λάθη φαίνονται και κρίνονται στο χορτάρι.

sdna.gr