Ο Κώστας Μανωλιουδάκης απονέμει τα εύσημα στον Ισπανό εξτρέμ που ήταν ο κορυφαίος του Παναθηναϊκού στη Ριζούπολη, καταγράφει τα οφέλη της δεύτερης σερί νίκης του τριφυλλιού και στέκεται στις δύο όψεις των πολλών ευκαιριών.
Αντθέτως. Το καλοκαίρι του 2020 που ο Τσάβι Ρόκα τον έφερε στο τριφύλλι και κυκλοφορούσε ως ελεύθερος απ’ τη Τβέντε στην αγορά, είχε δείξει ενδιαφέρον η… μισή Ευρώπη. Και έμοιαζε, θεωρητικά ασφαλώς, μία πολύ σημαντική μεταγραφική επιτυχία των πράσινων με δεδομένο και το νεαρό της ηλικίας του (24).
Προϊόν της ακαδημίας της Μπαρτσελόνα, έμαθε τα μυστικά της μπάλας στην «Μασία» και έφτασε να παίξει στην πρώτη ομάδα ως «το πιο φρέσκο μαργαριτάρι» της, στα 19 του χρόνια, δίπλα στον Μέσι, τον Νεϊμάρ και τον Σουάρες, με προπονητή τον Λουίς Ενρίκε.
Στην Μπαρτσελόνα μπορεί να μην ακούμπησε και στη Σεβίλη να μην έπιασε, άλλωστε πρόκειται για «top» επίπεδο, αλλά στην Ολλανδία έκανε πάταγο. Πήρε τη Τβέντε απ’ το χεράκι, την οδήγησε στην άνοδο την πρώτη χρονιά, την έφτασε μία ανάσα απ' την Ευρώπη την επόμενη και μετά βγήκε ελεύθερος κι ωραίος στην μεταγραφική αγορά.
Την πρώτη του σεζόν πέτυχε 16 γκολ και μοίρασε 11 ασίστ σε πρωτάθλημα και κύπελλο, τη δεύτερη είχε 8 γκολ και 7 ασίστ στην Ερεντιβίζιε, αλλά σε μόλις 22 ματς ελέω κορονοϊού. Η πανδημία -και η διακοπή του ολλανδικού πρωταθλήματος- έπαιξε ρόλο στο να τον προσεγγίσει ο συμπατριώτης του Τσάβι Ρόκα και να τον υπογράψει, περιχαρής τότε ακόμα, για τρία χρόνια.
Στον Παναθηναϊκό την πρώτη του σεζόν ψάχναμε να τον βρούμε. Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Δεν υπήρχε πουθενά στο γήπεδο. Τρίβαμε τα μάτια μας, μπας και τον δούμε. Με τον Μπόλονι είχε τραγική σχέση, τον πήρε από κάτω για τα καλά, απέκτησε ψυχολογικά και ζήτησε να φύγει να σωθεί το καλοκαίρι.
Το τριφύλλι αρνήθηκε να τον παραχωρήσει ως ελεύθερο στις, ισπανικές κυρίως, ομάδες που ενεργοποιήθηκαν για να τον αποκτήσουν και ταυτόχρονα... γυάλισε στον Γιοβάνοβιτς στην προετοιμασία.
Του μίλησε, τον εμπιστεύτηκε, του έδωσε σταδιακά χώρο και χρόνο στην ενδεκάδα, ώσπου ο Αϊτόρ Κανταλαπιέδρα εντάχθηκε με το σπαθί του στους παίκτες που αναγεννήθηκαν στα χέρια του Σέρβου προπονητή καθορίζοντας πλέον αγώνες και τρίποντα με την απόδοσή του και επιβεβαιώνοντας τις συστάσεις που συνόδευαν την καριέρα του.
Μέχρι στιγμής έχει σημειώσει 4 γκολ και έχει δώσει 7 ασίστ σε 22 συμμετοχές σε πρωτάθλημα και κύπελλο, σκόραρε απέναντι στον Αρη στη Λεωφόρο, πέτυχε γκολ νίκης στη Νεάπολη με τον Ιωνικό, έκανε το κόρνερ-ασίστ στον Ιωαννίδη με τη Λαμία και την Τετάρτη στη Ριζούπολη ήταν ο κορυφαίος του γηπέδου.
Πέτυχε ένα γκολ από την άσπρη βούλα, κέρδισε ένα πέναλτι, έκανε το γύρισμα στο αυτογκόλ του Μπαξεβανίδη, είχε ένα τρομερό σουτ που έβγαλε φανταστικά ο Βέρλχουστ (άλλο αν δόθηκε… άουτ) και κάθε του ενέργεια, ειδικά στο τρανζίσιον, είτε ήταν μέτρα με τη μπάλα, είτε συρτή ή ψηλοκρεμαστή σέντρα, προκαλούσε υποσχόμενη ευκαιρία.
Σέρβιρε τρία γκολ στο... πιάτο στους συμπαίκτες του, ένα στον Γκατσίνοβιτς, ένα στον Ιωαννίδη κι άλλο ένα στον Χατζηγιοβάνη που δεν… χάνονται, αλλά χάθηκαν.
Μία γεμάτη εμφάνιση από τον Ισπανό εξτρέμ που στα 26 του χρόνια πλέον έχει κερδίσει επάξια φανέλα βασικού στον Παναθηναϊκό και δείχνει ικανός να αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Το τριφύλλι απέναντι στον Απόλλωνα έκανε το αυτονόητο με δεδομένη την ποιοτική διαφορά των δύο ομάδων. Το πρώτο θετικό, μακράν του δεύτερου, είναι η δεύτερη συνεχόμενη νίκη μέσα σε ελάχιστες ημέρες.
Εχει τη σημασία του αυτό, διότι δεν υπάρχει χρόνος για δυνατές προπονήσεις αλλά ούτε και για να αποφορτιστούν και να ξεκουραστούν οι παίκτες.
Ενα δεύτερο θετικό είναι η δημιουργία πολλών υποσχόμενων ευκαιριών και στα δύο ματς (Λαμία-Απόλλων), τόσο σε «σετ» παιχνίδι με κατοχή μπάλας (κυρίως απέναντι στη Λαμία) όσο και στο χώρο μέσω οργανωμένων αντεπιθέσεων/τρανζίσιον (Απόλλων).
Υπήχαν πολλοί διαφορετικοί παίκτες που πατούσαν την αντίπαλη περιοχή περιοχή (ο Γκατσίνοβιτς, ο «τούρμπο» Παλάσιος, ο Ιωαννίδης, ο Αϊτόρ, μέχρι και ο Κουρμπέλης μπήκε πάνω από δυο φορές πέραν του ότι απείλησε με σουτ έξω απ’ αυτήν…), δείγμα πλουραλισμού, πλάνου και ομαδικότητας.
Το αρνητικό είναι οι πολλές χαμένες ευκαιρίες. Κατά κύριο λόγο στη Ριζούπολη, αλλά συνέβη και στη Λεωφόρο με τη Λαμία.
Υπερβολικά πολλές κι αδικαιολόγητες χαμένες ευκαιρίες, με τελειώματα που δεν είναι απαιτούσαν και καμία φοβερή ποιότητα. Εύκολες φάσεις για γκολ.
Ειδικά οι έξι πιο καραμπινάτες που χάθηκαν από τρεις παίκτες επί... δύο, τον Γκατσίνοβιτς (32’ και 53’), τον Ιωαννίδη (36’ και 76’) και τον Χατζηγιοβάνη (79’ και 90+1’) είναι απ’ αυτές που θέλει προσπάθεια για να μην μπει η μπάλα στα δίχτυα.
Ποδόσφαιρο είναι, όλα μπαίνουν κι όλα χάνονται. Με την ειδοποιό διαφορά ότι έχει παραγίνει το κακό και υπάρχει δίπλα ένα «καμπανάκι» που χτυπάει και ενημερώνει ότι κάποια στιγμή στο μέλλον μπορεί να το πληρώσεις.