O Ρόμπερτ Πέστον προειδοποιεί για αγορές, θέσεις εργασίας και κοινωνικές επιπτώσεις.
Το 2007, όταν οι περισσότερες κυβερνήσεις και οι αγορές διαβεβαίωναν ότι το τραπεζικό σύστημα ήταν ασφαλές, εκείνος προειδοποιούσε πως πλησίαζε μια πρωτοφανής χρηματοπιστωτική κρίση. Δύο χρόνια αργότερα η κατάρρευση της Lehman Brothers επιβεβαίωσε τους φόβους του.
Στα τέλη του 2019, όταν ο νέος κορονοϊός ήταν ακόμη μια άγνωστη είδηση από την Κίνα, μιλούσε ήδη για μια απειλή που δεν έπρεπε να υποτιμηθεί. Σήμερα, ο Βρετανός δημοσιογράφος και πολιτικός συντάκτης του ITV, Ρόμπερτ Πέστον, στρέφει ξανά το βλέμμα του στο μέλλον και αυτή τη φορά θεωρεί ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι οι τράπεζες ή ένας ιός, αλλά η Τεχνητή Νοημοσύνη.
«Ανησυχώ πραγματικά ότι έρχεται ένα μεγάλο κραχ»
Σε συνέντευξή του στο Radio Times, ο Πέστον δηλώνει πως φοβάται ότι μέσα στα επόμενα ένα ή δύο χρόνια θα μπορούσε να εκδηλωθεί μια νέα παγκόσμια οικονομική κρίση, όχι επειδή η AI αποτυγχάνει τεχνολογικά, αλλά επειδή οι επενδύσεις γύρω από αυτήν ίσως έχουν φτάσει σε επίπεδα που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν.
Όπως εξηγεί, δισεκατομμύρια διοχετεύονται στην κατασκευή γιγαντιαίων data centers, ενεργειακών υποδομών και τεχνολογικών εγκαταστάσεων που θα στηρίξουν τη νέα εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Το ερώτημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι αν τα μελλοντικά κέρδη θα είναι αρκετά ώστε να αποσβέσουν αυτές τις τεράστιες επενδύσεις.
«Ανησυχώ πραγματικά ότι θα δούμε ένα μεγάλο παγκόσμιο οικονομικό κραχ μέσα στα επόμενα ένα ή δύο χρόνια», είπε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας ότι αν οι προσδοκίες διαψευστούν, επιχειρήσεις μπορεί να καταρρεύσουν, επενδυτές να πανικοβληθούν και οι αγορές να δεχθούν ισχυρό πλήγμα.
Συγκρίνει τη σημερινή AI με τις «φούσκες» του παρελθόντος
Ο Πέστον δεν αμφισβητεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αλλάξει τον κόσμο. Αντίθετα, πιστεύει ότι πρόκειται για τη σημαντικότερη τεχνολογική επανάσταση μετά την εποχή του ατμού.
Η ανησυχία του αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι αγορές αντιμετωπίζουν σήμερα την AI. Θεωρεί ότι επικρατεί ένας υπερβολικός ενθουσιασμός, αντίστοιχος με εκείνον που είχε προηγηθεί του κραχ του 1929 ή άλλων μεγάλων επενδυτικών «φουσκών». Ακόμη κι αν μια τέτοια κρίση εκδηλωθεί, εκτιμά πως οι υποδομές που δημιουργούνται σήμερα δεν θα εξαφανιστούν. Όπως συνέβη με το σιδηροδρομικό δίκτυο τον 19ο αιώνα, μπορεί να υπάρξει μια περίοδος κατάρρευσης στις αγορές, όμως η τεχνολογία θα παραμείνει και θα συνεχίσει να αναπτύσσεται.
Ο μεγαλύτερος φόβος του δεν είναι το χρηματιστήριο
Για τον Βρετανό δημοσιογράφο, το οικονομικό σοκ ίσως να μην είναι καν η μεγαλύτερη απειλή. Αυτό που τον προβληματίζει περισσότερο είναι οι επιπτώσεις της AI στην αγορά εργασίας.
Πιστεύει ότι τα επόμενα χρόνια η τεχνητή νοημοσύνη και τα ρομπότ θα μπορούν να αντικαταστήσουν εκατομμύρια εργαζομένους σε επαγγέλματα που μέχρι σήμερα θεωρούνταν ασφαλή. Το μεγάλο ερώτημα, όπως λέει, είναι αν θα δημιουργηθούν αρκετές νέες θέσεις εργασίας ώστε να απορροφήσουν όσους θα χάσουν τη δουλειά τους.
Αν αυτό δεν συμβεί, προειδοποιεί, οι κοινωνίες θα βρεθούν μπροστά σε ένα πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο από μια ύφεση: λιγότεροι εργαζόμενοι σημαίνουν λιγότερα φορολογικά έσοδα, γεγονός που θα δυσκολέψει τη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών και του κοινωνικού κράτους.
Δεν θεωρεί την AI πρόβλημα
Παρά τον απαισιόδοξο τόνο των προειδοποιήσεών του, ο Πέστον επιμένει ότι δεν θεωρεί την τεχνητή νοημοσύνη εχθρό. Αντίθετα, πιστεύει ότι η κατανόηση των πιθανών κινδύνων είναι ο μόνος τρόπος ώστε να ληφθούν έγκαιρα μέτρα και να αποφευχθούν τα χειρότερα σενάρια.
Άλλωστε, η συζήτηση για μια πιθανή «φούσκα» της AI δεν περιορίζεται μόνο στον ίδιο. Τα τελευταία χρόνια οικονομολόγοι, επενδυτές αλλά και στελέχη της ίδιας της βιομηχανίας της τεχνητής νοημοσύνης έχουν εκφράσει αντίστοιχες ανησυχίες για τον ρυθμό των επενδύσεων, τις αποτιμήσεις των εταιρειών και τις πραγματικές οικονομικές αποδόσεις που μπορεί τελικά να προσφέρει η νέα τεχνολογία.
Το αν ο Ρόμπερτ Πέστον θα αποδειχθεί ξανά σωστός ή όχι, μένει να φανεί. Το βέβαιο είναι πως κάθε φορά που προειδοποιεί για μια μεγάλη ανατροπή, οι αγορές πλέον τον ακούν με πολύ μεγαλύτερη προσοχή από ό,τι πριν από είκοσι χρόνια.